Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

ΕΛΑΙΟΛΑΔΟ ΚΟΡΩΝΗΣ

Αιτιώδη σχέση μεταξύ γεωγραφικής περιοχής και ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του προϊόντος και στοιχεία που αφορούν τη φήμη του


Η ποικιλία Κορωνέϊκη, που οφείλει το όνομά της στην κωμόπολη της Κορώνης που βρίσκεται στο Νότιο άκρο του Νομού, είναι από τις μοναδικές ποικιλίες που παράγουν ελαιόλαδο λαμπερού πράσινου έως κιτρινοπράσινου χρώματος, με πλούσιο άρωμα, φρουτώδη γεύση και ιδιαίτερα χαμηλή οξύτητα.
Οι παράγοντες που προσδίδουν την άριστη ποιότητα στην πρώτη ύλη, καθώς επίσης και τα χαρακτηριστικά του παραγόμενου ελαιόλαδου, είναι:

• ο συνδυασμός του άριστου κλίματος της περιοχής (μεγάλη περίοδος ηλιοφάνειας, άριστο ύψος βροχοπτώσεων περίπου 600 mm, κτλ),

• ο ήπιος χειμώνας και το εκτεταμένο θερμό καλοκαίρι

• τα ιδανικά εδάφη της περιοχής για την άριστη ανάπτυξη των ελαιόδεντρων,

• οι μέτριας έντασης άνεμοι και το λοφώδες της περιοχής (στο οποίο ευνοείται ο άριστος φωτισμός και αερισμός των ελαιώνων, στοιχεία που καθορίζουν την άριστη ποιότητα του παραγόμενου ελαιόλαδου), συντελούν ώστε το παραγόμενο ελαιόλαδο να είναι πλούσιο σε χρωστικές, με έντονο χρωματισμό και ευχάριστη γεύση,

• τα ελαφρά ασβεστολιθικά εδάφη με το ουδέτερο προς αλκαλικό pH ,

• οι ικανοποιητικές συγκεντρώσεις φωσφόρου, καλίου , βορίου κ.α, επηρεάζουν τα μέγιστα, ώστε το ελαιόλαδο να είναι φυσικώς διαυγές και πλούσιο σε αρωματικές ουσίες.

• οι ιδιαίτερες καλλιεργητικές φροντίδες των αγροτεμαχίων, με σεβασμό στο περιβάλλον και με τις ελάχιστες δυνατές επεμβάσεις,

• ο μικρός κλήρος, που επιτρέπει στους παραγωγούς την περιποίηση των αγροτεμαχίων τους με ιδιαίτερη φροντίδα,

• η σχολαστική διαδικασία της συγκομιδής του ελαιοκάρπου στο σωστό βαθμό ωρίμανσης, και

• οι άριστες συνθήκες επεξεργασίας του ελαιοκάρπου για την παραγωγή του ελαιόλαδου,
Αξίζει να σημειωθεί ότι η σχέση των παραγωγών με τα ελαιόδεντρα είναι ιδιαίτερη και η περιποίηση και η φροντίδα των ελαιόδεντρων, τα προικίζει με συναισθηματική αξία σε σχέση με άλλες σοδειές. Η καλλιέργεια των ελαιώνων είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το νοικοκυριό. Η καλλιέργεια της γης χαρακτηρίζεται από αισθητικές, οπτικές αξίες, όσο και από λειτουργικές, οικονομικές αξίες. Το καλοφτιαγμένο χωράφι πιστοποιεί το στάτους και τα πρότυπα του νοικοκυριού στο οποίο ανήκει. Αντίθετα, τα εγκαταλελειμμένα κομμάτια της άλλοτε καλλιεργούμενης γης εξισώνονται με τον θάνατο, τη μετανάστευση και την καταστροφή του νοικοκυριού. (Απόσπασμα από την έκδοση Ωδή στην Ελιά - Στα κλαδιά της Μνήμης Κ. Νάντια Σερεμετάκη), (Παράρτημα Ι – ΙΙ).

Στο νομό Μεσσηνίας ο αγροτικός τομέας παραμένει και σήμερα σημαντικός για την οικονομία του τόπου. Η ελαιοκαλλιέργεια εξακολουθεί να είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη ζωή των κατοίκων του Νομού, αποτελώντας την κατεξοχήν χειμερινή ασχολία τους. Ο ελαιόκαρπος αποτελεί βασικό συστατικό της διατροφής τους, κυρίαρχο σύμβολο ιδιοκτησίας της γης, ευλογημένος καρπός από τα σπλάχνα της. Όπως χαρακτηριστικά τονίζει η κοινωνική ανθρωπολόγος Κ. Νάντια Σερεμετάκη, η καλλιέργεια της ελιάς δεν είναι απλά μια οικονομική, εργαλειακή δραστηριότητα. Το ελαιόδεντρο, μέσω της καλλιέργειάς του, επενδύεται με αισθήματα και ιστορία και εκφράζει εκείνους και εκείνες των οποίων τα χέρια το φροντίζουν.

Η υψηλή ζήτηση του προϊόντος και η παγκόσμια φήμη του, ανάγει την καλλιέργεια της ελιάς για την παραγωγή ελαιόλαδου, σε κύριο τομέα παραγωγής του Νομού Μεσσηνίας, διαδραματίζοντας ένα εξέχοντα ρόλο στην τοπική οικονομία και ειδικότερα στη διαμόρφωση του τοπικού Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος.
Η ελιά και το λάδι αποτελούσαν ανέκαθεν τα κατεξοχήν προϊόντα της Μεσσηνίας. Τα λιόδεντρα αποτελούν στοιχεία αναφοράς και ταυτότητας του τοπίου της Μεσσηνιακής γης, αναπόσπαστα συνδεδεμένα με την καθημερινότητα των κατοίκων της.
Η ιστορία της ελαιοκαλλιέργειας στο Νομό Μεσσηνίας χάνεται στα βάθη των αιώνων. Αυτό αποδεικνύεται από τα ευρήματα των ανασκαφών και τις γραπτές μαρτυρίες που έχουν διασωθεί και μαρτυρούν ότι ο ελαιόκαρπος και το ελαιόλαδο ήταν διατροφικό στοιχείο, αποτελούσε τη βάση αρωμάτων και ήταν στοιχείο τέχνης.

Στις ανασκαφές στα ανάκτορα του Νέστωρα, στην περιοχή της Χώρας (Παράρτημα V), βρέθηκαν 1200 πήλινες πινακίδες με τη γραμμική γραφή Β’, οι οποίες δίνουν πολύτιμες πληροφορίες για το ρόλο της ελιάς και την επίδρασή της στους κατοίκους της περιόδου του 14ου – 13ου αιώνα π.Χ.

Οι περισσότερες από αυτές αναφέρονται στο ελαιόλαδο και ανακαλύφθηκαν σε ένα χώρο μαζί με πιθάρια, κατάλληλα για την αποθήκευση μεγάλων ποσοτήτων ελαιόλαδου.
Στα αρχεία της Πύλου, υπάρχουν αναφορές σχετικά με τα είδη των αρωματικών ελαίων, τον τρόπο παρασκευής και τις συναλλαγές, με βάση αυτά τα αρωματικά έλαια.

Αναφέρεται επίσης και το ειδικό επάγγελμα a-re-pa-zo-o / a-re-po-zo-o που σημαίνει αλειφαζόος / αλειφοζόος, δηλαδή μυρεψός, μυροποιός, αρωματοποιός, όπου ήταν ένα επάγγελμα αποκλειστικά ανδρικό. Το ελαιόλαδο, απλό ή αρωματικό, προοριζόταν κυρίως για λατρευτικούς σκοπούς και εξαγόταν ευρέως τοποθετημένο σε ειδικά πήλινα αγγεία, τους ψευδόστομους αμφορείς.

Από ανάλυση άλλων πινακίδων προκύπτει ότι η παρασκευή και εμπορία των αρωματικών ελαίων ήταν υπόθεση των ανακτόρων.
Σε τοιχογραφίες των ανακτόρων της Πύλου, φαίνεται σε βραχώδη τοπίο ελαιόδεντρο, το οποίο έχει αποδοθεί σε μπλε χρώμα, το εσωτερικό του είναι με μαύρο χρώμα, ενώ τα κλαδιά είναι πυκνά και ευλύγιστα, τα δε φύλλα είναι επιμήκη.

Στην περιοχή της Καρποφόρας, βρέθηκαν ελαιοπυρήνες (1900 π.Χ). Με τη μέθοδο των διαγραμμάτων γύρης, με βάση ραδιοχρονολογήσεις έχουν γίνει εκτιμήσεις για την καλλιέργεια της ελιάς στην περιοχή της Πύλου. Βρέθηκε ότι καλλιεργούνταν το 1100 π.Χ και το μεγαλύτερο μέρος ήταν ήρεμη ελιά.
Η ποικιλία Κορωνέϊκη είναι γέννημα της Μεσσηνιακής γης, όπως αποδεικνύει και το όνομά της, το οποίο σημαίνει ότι προήλθε από την Κορώνη, μια μικρή κωμόπολη στα νοτιοανατολικά του Νομού.

Επίσης στην Καλαμάτα βρίσκεται το μητρικό δέντρο της επιτραπέζιας ποικιλίας «Καλαμών», η οποία έχει αναγνωρισθεί ως διατηρητέο μνημείο της φύσης, (Εφημερίδα της Κυβέρνησης φύλλο 121 – Τεύχος τέταρτο 1/2/1980, στην οποία δημοσιεύεται η αριθμ. 200995/7950 Απόφαση του Υπουργού Γεωργίας).
Στην εφημερίδα «Αιών» της Αθήνας (αριθ. Φύλλου 18 της 13ης Νοεμβρίου 1838, σελίδα 71-72, με τον τίτλο «Φιλολογικά περί Κορώνης» δημοσιεύτηκαν οι παρακάτω εντυπώσεις Αθηναίου δημοσιογράφου που υπογράφει με το όνομα «Ευθύφων» για την περιοχή της Κορώνης.

«Ο κύριος πόρος του Δήμου ο ελαιών, φυτεμένος προ αμνημονεύτων ετών, είχε τρόπον τινά χρείαν ανακαινισμού, ο οποίος εκατορθώθη δια του πυρός. Ο ελαιών εκάη όλος σχεδόν ή τα 5/6 αυτού υπό των Τούρκων ιδιοκτητόρων αναχωρησάντων μετά του Ιμβραήμ. Προ της επαναστάσεως είχε ως 150.000 ελαιόδεντρα και έδιδεν εις το εμπόριον ως 12.000 βαρέλλας καλόν έλαιον. 50.000 εξ αυτών των δέντρων εκάησαν μετά ταύτα ή εξερριζώθησαν υπό των γεωργών και εξέλιπον παντελώς. Αι διασωθείσαι 100.000 ρίζαι ανέδωσαν κάθε μια 10-15 γροθάρια, τα οποία έχουν σήμερον ικανόν ανάστημα και δίνουν τα περισσότερα κάμποσον καρπόν. Ούτως ο πυρπολισμός επολλαπλασίασεν, ούτως ειπείν, ανανεώσας τον ελαιώνα.
Τα γροθάρια πωλούμενα προς 50-1,50 λεπτά, μετεκομίσθησαν και εφυτεύθησαν αλλαχού της Ελλάδος. Πολλά εφυτεύθησαν εντός του Δήμου τούτου και λοιπήν Μεσσηνίαν. Μένουν ακόμη πολλαί χιλιάδες εις πώλησιν και όσοι χρειάζονται το φυτόν αυτό δεν ευρίσκουν άλλοθεν ωραιότερα, ευτυχέστερα και ευθυνότερα γροθάρια.»

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η πρώτη διάδοση της ποικιλίας Κορωνέϊκη έγινε αμέσως μετά την απελευθέρωση της περιοχής από τους Τούρκους (1826).
Άλλες αναφορές για την κοινωνική και οικονομική σημασία της ελιάς στο Νομό Μεσσηνίας, αναφέρονται στα «Μεσσηνιακά» του 1968 (Παράρτημα VI), στα οποία ο Βασίλειος Κρεμμυδάς εξετάζει μια υπόθεση για την προσπάθεια ίδρυσης σαπωνοποιίας στην Κορώνη στον κρίσιμο ΙΗ’ αιώνα. Στο άρθρο αναφέρεται ξεκάθαρα η οικονομική εξάρτιση των κατοίκων και η ανάπτυξη της περιοχής από την εμπορία ελαιόλαδου και κυρίως από την εξαγωγή του.

Σύμφωνα με τα παραπάνω είναι αντιληπτό ότι η καλλιέργεια της ελιάς και η παραγωγή ελαιόλαδου, είναι δραστηριότητα που δεν περιορίζεται στα στενά όρια της πρώην επαρχίας Καλαμάτας, αλλά σε όλο το Νομό Μεσσηνίας.
Μάλιστα αυτό αποδεικνύεται και από τις αναφορές του Peter Topping σε ένα άρθρο του για την παραγωγή ελαιόλαδου στη Βενετική Μεσσηνία (Παράρτημα VII), στο οποίο απεικονίζεται η αγροτική και εμπορική πολιτική των Βενετών στις Ελληνικές αποικίες τους. Στο διάστημα των 6 αιώνων κυριαρχίας τους (1204 – 1797 μ.Χ) κυριαρχίας τους σε διάφορα Ελληνικά εδάφη, έδωσαν ιδιαίτερη προσοχή στην καλλιέργεια της ελιάς. Το λάδι που παρήγαγαν οι Έλληνες υποτελείς τους, ήταν ένα σημαντικό στοιχείο του εμπορίου και της Βιομηχανίας τους, ως και της διατροφής του μητροπολιτικού πληθυσμού. Οι Βενετοί επανήλθαν στη Μεσσηνία με την κατάκτηση του Μοριά (κυρίως το 1658 – 1688). Ενωρίτερα, δέσποζαν για τρεις αιώνες (1206 – 1500 μ.Χ) στο νότιο άκρο αυτής της εύφορης επαρχίας, στην Κορώνη και την Μεθώνη. Η ελιά ήταν εκλεκτό προϊόν των παραλιακών πεδιάδων και της ενδοχώρας, που βρίσκονταν υπό τον έλεγχό τους από τα στρατηγικά αυτά φρούρια. Οι Βενετοί προέβαιναν σε συστηματική επαναφύτευση της ελιάς στην περιοχή της Κορώνης το 1960. Η μονοπωλιακή πολιτική της Δημοκρατίας (5000 από τα 7000 βαρέλια λαδιού προορίζονταν για την Μητρόπολη), είχε ως αποτέλεσμα μόνο 600 βαρέλια (λιγότερο από το 1/10 της σοδειάς), καταναλώνονταν από τους Μεσσήνιους αγρότες (το μόνο άρτυμα που είχαν οι πτωχοί για να νοστιμεύουν το ψωμί τους).
Το εμπόριο του ελαιόλαδου γίνονταν από τα λιμάνια της Μεθώνης και του Ναυαρίνου (της σύγχρονης πόλης της Πύλου). Στην περίπτωση των Ελλήνων εμπόρων συμπλήρωναν τα φορτία τους με λάδι από την περιοχή γύρω από την Μεσσηνιακή Κυπαρισσία.
Οι ελαιώνες σε δημόσιες εκτάσεις, προέρχονταν από Τουρκικές ιδιοκτησίες που είχαν περιέλθει στους Βενετούς κατακτητές και ενοικιάζονταν σε καλλιεργητές. Για τις ανάγκες ζήτησης σε ελαιόλαδο, έφταναν ποσότητες και έξω από την περιφέρεια της Κορώνης, αλλά και από τη Μάνη και γενικότερα από όλο το σημερινό Νομό Μεσσηνίας.
Μια σειρά επίσης από περιηγητικά κείμενα, είναι μια σημαντική ιστορική πηγή για την καλλιέργεια των ελαιόδεντρων και την παραγωγή λαδιού στο Νομό Μεσσηνίας. Συγκεκριμένα από τις περιηγήσεις του William Gell, Narrative of a Journey in the Morea (Παράρτημα ΙΙΙ), αναφέρονται:

«Η πεδιάδα της Κυπαρισσίας καλύπτονταν επίσης από τεράστιες αρχαίες ελιές που επέτρεπαν εξαγωγές λαδιού. οι ελαιώνες συνεχίζονταν στην περιοχή της Καλαμάτας στα υψώματα και στους πρόποδες του βουνού στον δρόμο προς την Ανδρούσα. Δάσος από ελιές ακλάδευτες, που είχαν γίνει τεράστιες κάλυπταν την περιοχή από το Ναυαρίνο έως τα Φιλιατρά. Άπειρες ελιές υπήρχαν στη μικρή πεδιάδα της Μεθώνης, ενώ δάσος από λιόδεντρα περιέβαλλε την Κορώνη σε απόσταση 3 μιλίων. Η Μάνη είχε πολλές ελιές στα βραχώδη εδάφη της. Οι περισσότερες βρίσκονταν στην περιοχή ανάμεσα στην Καλαμάτα και το Οίτυλο, όπως πρόσεξε ο Leake, ο οποίος είχε επίσης παρατηρήσει την ύπαρξη πολλών νέων ελαιόδεντρων στη Μάνη στην περιοχή της Ζαρνάτας κοντά στη Σέλιτζα. Οι ελιές αυτές είχαν αντικαταστήσει άλλες κατεστραμμένες παλαιότερα κατά τη διάρκεια πολέμων.»
Οι τρεις επίσης περιηγητές που παρέχουν συστηματικές ποσοτικές πληροφορίες για το εμπόριο του λαδιού στη Μεσσηνία είναι οι Scrofani, Leake και Pouqueville, που καλύπτουν ενδεικτικά τα τελευταία χρόνια του 18ου και την πρώτη δεκαπενταετία του 19ου αιώνα. Οι αριθμητικές αυτές πληροφορίες παρουσιάζονται στους πίνακες του παραρτήματος των προδιαγραφών και αφορούν εξαγωγές λαδιού του Μοριά προερχόμενες από την Κυπαρισσία, την Καλαμάτα, την Μεθώνη, την Κορώνη, το Ναυαρίνο και την Μάνη.

Τέλος στο ερευνητικό πρόγραμμα για την ιστορία της ελιάς στο Νομό Μεσσηνίας (Παράρτημα IV), αναφέρονται οι περιοχές που έχουν εντοπισθεί υλικά καταλοίπων προγενέστερων ιστορικών περιόδων σχετιζόμενων με την κατεργασία της ελιάς, όπως εγκαταστάσεις και μηχανολογικός εξοπλισμός.
Η επιτόπια καταγραφή ξεκίνησε από την περιφέρεια της Κορώνης, διότι πρόκειται για τη λιγότερο τουριστικά αξιοποιημένη περιοχή του Νομού, με αποτέλεσμα να διασώζονται εκεί προγενέστερες μορφές ζωής. Πρόκειται επίσης για μια περιοχή για την οποία υπάρχουν σαφείς αναφορές για την παραγωγή ελαιόλαδου από τη βυζαντινή εποχή. Το λιμάνι της Κορώνης αποτελούσε άλλωστε εμπορικό κόμβο στη διακίνηση του ελαιόλαδου σε όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα, αφού εκεί συγκεντρωνόταν ελαιόλαδο και από άλλα μέρη της Πελοποννήσου, όπως και από τη Μάνη.

Μέχρι σήμερα έχουν πραγματοποιηθεί αυτοψίες στα περισσότερα σημεία του Νομού και συγκεκριμένα σε 92 μεγάλους και μικρούς οικισμούς της Μεσσηνίας, με στόχο να διαπιστωθούν από την αρχή αν υπάρχει ομοιομορφία στον εντοπισμό και στη διατήρηση των υλικών καταλοίπων σε ολόκληρο το Νομό.
Στο σύνολο των 92 οικισμών εντοπίστηκαν κατάλοιπα και σαφείς ενδείξεις για την ύπαρξη εγκαταστάσεων σχετικών με την παραγωγή ελαιολάδου σε εξήντα οικισμούς. Σε αυτούς έχουν καταγραφεί 81 ιπποκίνητα ελαιοτριβεία (29 από τα οποία διασώζονται αρκετά στοιχεία από την αρχική τους κατάσταση).
Ο μεγάλος αριθμός των ιπποκίνητων ελαιοτριβείων στο Νομό Μεσσηνίας αιτιολογείται απόλυτα, αφενός διότι η περιοχή ήταν τουλάχιστον από το 16ο αιώνα μια από τις μεγαλύτερες ελαιοπαραγωγικές περιοχές της Ελλάδας, αφετέρου ο πρωτόγονος τρόπος έκθλιψης της ελιάς στα ιπποκίνητα ελαιοτριβεία ήταν μια διαδικασία χρονοβόρα και επίπονη και η ημερήσια απόδοση σε λάδι ήταν πολύ χαμηλή. Στο παράρτημα IV, υπάρχει σχετικός χάρτης που επισημαίνονται οι θέσεις όπου έχουν εντοπισθεί υλικά κατάλοιπα σχετικά με την ελιά και την παραγωγή ελαιόλαδου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου