Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

Η Διατροφή στην αρχαία Ελλάδα

«Αρχή και ρίζα παντός αγαθού η της γάστρος ηδονή» (Επίκουρος 341-270 π.κ.ε). Τις διατροφικές συνήθειες των αρχαίων Ελλήνων χαρακτήριζε η λιτότητα, κάτι που αντικατόπτριζε τις δύσκολες συνθήκες υπό τις οποίες διεξάγετο η ελληνική γεωργική δραστηριότητα. Θεμέλιο τους ήταν η λεγόμενη «μεσογειακή τριάδα»: σιτάρι, λάδι και κρασί. Στη βάση της διατροφής των αρχαίων Ελλήνων συναντούμε τα δημητριακά, ζεία και σε περιπτώσεις ανάγκης μείγμα κριθαριού με σιτάρι, από το οποίο παρασκευαζόταν ο άρτος. Με το σιτάρι που χρησιμοποιείται σήμερα οι αρχαίοι τάιζαν τα ζώα.Τα δημητριακά συνοδεύονταν από οπωροκηπευτικά (λάχανα, κρεμμύδια, φακές και ρεβίθια). Η κατανάλωση κρέατος και θαλασσινών σχετιζόταν με την οικονομική κατάσταση της οικογένειας, αλλά και με το αν κατοικούσε στην πόλη, στην ύπαιθρο ή κοντά στη θάλασσα. Οι Έλληνες κατανάλωναν τα γαλακτοκομικά και κυρίως το τυρί. Το βούτυρο ήταν γνωστό, αλλά αντί αυτού γινόταν χρήση κυρίως του ελαιόλαδου. Το φαγητό συνόδευε κρασί (κόκκινο, λευκό ή ροζέ) αναμεμειγμένο με νερό. Πληροφορίες για τις διατροφικές συνήθειες των αρχαίων Ελλήνων παρέχουν τόσο οι γραπτές μαρτυρίες όσο και διάφορες καλλιτεχνικές απεικονίσεις: οι κωμωδίες του Αριστοφάνη και το έργο του γραμματικού Αθήναιου από τη μία πλευρά, τα κεραμικά αγγεία και τα αγαλματίδια από ψημένο πηλό από την άλλη.                                                       
13

Γεύματα Ιδιωτικά: Για τους αρχαίους Έλληνες τα γεύματα της ημέρας ήταν τρία στον αριθμό. Το πρώτο από αυτά (ἀκρατισμός) αποτελούσε κριθαρένιο ψωμί βουτηγμένο σε κρασί (ἄκρατος), συνοδευόμενο από σύκα ή ελιές.Το δεύτερο (ἄριστον) λάμβανε χώρα το μεσημέρι ή νωρίς το απόγευμα.Το τρίτο (δεῖπνον), το οποίο ήταν και το σημαντικότερο της ημέρας, σε γενικές γραμμές καταναλωνόταν αφού η νύχτα είχε πλέον πέσει. Σε αυτά μπορεί να προστεθεί ένα επιπλέον ελαφρύ γεύμα (ἑσπέρισμα) αργά το απόγευμα. Τέλος το ἀριστόδειπνον ήταν ένα κανονικό γεύμα που μπορούσε να σερβιριστεί αργά το απόγευμα στη θέση του δείπνου.
Φαίνεται πως, στις περισσότερες περιστάσεις, οι γυναίκες γευμάτιζαν χωριστά από τους άνδρες. Εάν το μέγεθος του σπιτιού το καθιστούσε αδύνατο, οι άνδρες κάθονταν στο τραπέζι πρώτοι, με τις γυναίκες να τους ακολουθούν μόνο αφού οι τελευταίοι είχαν ολοκληρώσει το γεύμα τους. Ρόλο υπηρετών διατηρούσαν οι δούλοι. Στις φτωχές οικογένειες, σύμφωνα με το φιλόσοφο Αριστοτέλη, τις υπηρεσίες τους προσέφεραν οι γυναίκες και τα παιδιά, καλύπτοντας την απουσία δούλων.
Χάρις στο έθιμο της τοποθέτησης στους τάφους μικρών μοντέλων επίπλων από ψημένο πηλό, σήμερα κατέχουμε σημαντικές πληροφορίες για το πώς έμοιαζαν. Οι Έλληνες έτρωγαν καθιστοί, ενώ οι πάγκοι χρησιμοποιούνταν κυρίως στα συμπόσια.Τα τραπέζια, υψηλά για καθημερινή χρήση και χαμηλά για τα συμπόσια, είχαν συνήθως ορθογώνιο σχήμα. Κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. ιδιαίτερα διαδεδομένα ήταν τα στρογγυλά τραπέζια, συχνά με ζωόμορφα πόδια.

Κομμάτια πεπλατυσμένου ψωμιού μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως πιάτα, ωστόσο τα πήλινα δοχεία ήταν και τα πιο διαδεδομένα. Τα πιάτα με την πάροδο του χρόνου κατασκευάζονταν με περισσότερο γούστο και επιμέλεια, με αποτέλεσμα να συναντά κανείς κατά τη ρωμαϊκή περίοδο πιάτα από πολύτιμα μέταλλα ή ακόμη και γυαλί. Η χρήση μαχαιροπήρουνων δεν ήταν και πολύ συχνή: η χρήση του πιρουνιού ήταν άγνωστη και ο συνήθης τρόπος λήψης του φαγητού ήταν με τα δάχτυλα. Εντούτοις μαχαίρια χρησιμοποιούνταν για την κοπή του κρέατος, καθώς και κάποια μορφή κουταλιών για σούπες και ζωμούς.Κομμάτια ψωμιού (ἀπομαγδαλία) μπορούσαν να χρησιμεύσουν για τη λήψη τροφής ή ακόμη και ως πετσέτα για τα δάχτυλα.

Συμπόσιον: Στην ελληνική αρχαιότητα εκτός από το καθημερινό δείπνο (βραδινό γεύμα) υπήρχε και το δειπνούμενο γεύμα με φίλους ή γνωστούς που ονομάζονταν «συμπόσιο» ή «εστίαση» που σήμερα λέγεται συνεστίαση. Υπήρχαν και δείπνα όπου οι συμμετέχοντες συνεισέφεραν ή οικονομικά, ή με τρόφιμα, τα οποία και λέγονταν «συμβολές». Ο Όμηρος τα αποκαλεί «εράνους», ενώ γνωστές είναι οι αρχαίες σχετικές φράσεις «δειπνείν από συμβολών», ή «δείπνον από σπυρίδος».
Το συμπόσιον (λέξη που σημαίνει «συνάθροιση ανθρώπων που πίνουν») αποτελούσε έναν από τους πιο αγαπημένους τρόπους διασκέδασης των Ελλήνων. Περιελάμβανε δύο στάδια: το πρώτο ήταν αφιερωμένο στο φαγητό, που σε γενικές γραμμές ήταν λιτό, ενώ το δεύτερο στην κατανάλωση ποτού. Στην πραγματικότητα, οι αρχαίοι έπιναν κρασί και μαζί με το γεύμα, ενώ τα διάφορα ποτά συνοδεύονταν από μεζέδες (τραγήματα): κάστανα, κουκιά, ψημένοι κόκκοι σίτου ή ακόμη γλυκίσματα από μέλι, που είχαν ως στόχο την απορρόφηση του οινοπνεύματος ώστε να επιμηκυνθεί ο χρόνος της συνάθροισης.Το δεύτερο μέρος ξεκινούσε με σπονδή, τις περισσότερες φορές προς τιμή του Διονύσου. Κατόπιν οι παριστάμενοι συζητούσαν ή έπαιζαν διάφορα επιτραπέζια παιχνίδια, όπως ο κότταβος. Συνεπώς τα άτομα έμεναν ξαπλωμένα σε ανάκλιντρα (κλίναι), ενώ χαμηλά τραπέζια φιλοξενούσαν τα φαγώσιμα και τα παιχνίδια. Χορεύτριες, ακροβάτες και μουσικοί συμπλήρωναν την ψυχαγωγία των παρευρισκομένων. Ένας «βασιλιάς του συμποσίου» ο οποίος εκλεγόταν στην τύχη αναλάμβανε να υποδεικνύει στους δούλους την αναλογία κρασιού και νερού κατά την προετοιμασία των ποτών.
Εντελώς απαγορευμένο στις γυναίκες, με εξαίρεση τις χορεύτριες και τις εταίρες, το συμπόσιο ήταν ένα σημαντικότατο μέσο κοινωνικοποίησης στην Αρχαία Ελλάδα. Μπορούσε να διοργανωθεί από έναν ιδιώτη για τους φίλους ή για τα μέλη της οικογένειάς του, όπως ακριβώς συμβαίνει και σήμερα με τις προσκλήσεις σε δείπνο. Μπορούσε επίσης να αφορά τη μάζωξη μελών μιας θρησκευτικής ομάδας ή μιας εταιρείας (ενός είδος κλειστού κλαμπ για αριστοκράτες). Τα πολυτελή συμπόσια προφανώς προορίζονταν για τους πλούσιους, ωστόσο στα περισσότερα σπιτικά θρησκευτικές ή οικογενειακές γιορτές αποτελούσαν αφορμή για δείπνο, έστω και μετριοπαθέστερο. Το συμπόσιο ως πρακτική εισήγαγε κι ένα πραγματικό λογοτεχνικό ρεύμα: το «Συμπόσιον» του Πλάτωνα, το ομώνυμο έργο του Ξενοφώντα, «Το Συμπόσιον των Επτά Σοφών» του Πλουτάρχου και οι «Δειπνοσοφισταί» του Αθήναιου αποτελούν χαρακτηριστικά έργα.

Συσσίτια: Τα συσσίτια αποτελούσαν κοινά γεύματα στα οποία συμμετείχαν υποχρεωτικά άνδρες κάθε ηλικίας στα πλαίσια κοινωνικού ή θρησκευτικού εθιμοτυπικού. Οι χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις εντοπίζονται στην Κρήτη και τη Σπάρτη, αν και ορισμένες πηγές κάνουν αναφορά σε ανάλογες πρακτικές και σε άλλα μέρη. Άλλες γνωστές ονομασίες της πρακτικής αυτής είναι φειδίτια και ὰνδρεῖα. Συγκεκριμένα στην Αρχαία Σπάρτη, η συμμετοχή στα συσσίτια ήταν υποχρεωτική. Ανάμεσα στις υποχρεώσεις των Ομοίων, δηλαδή των μελών της σπαρτιατικής κοινωνίας με πλήρη πολιτικά δικαιώματα, ήταν η συνεισφορά τροφίμων (ή έτερης αποζημίωσης) για τη διατροφή που τους παρείχε το κράτος. Η αποτυχία ανταπόκρισης στον κανόνα αυτό ήταν ατιμωτική. Αντίθετα με τα συμπόσια, τα συσσίτια χαρακτήριζε η λιτότητα και η μετριοπάθεια.

511

Τρόφιμα : Δημητριακά και ψωμί : Τα δημητριακά αποτελούσαν τη βάση της διατροφής των αρχαίων Ελλήνων, κατά τη μινωική, τη μυκηναϊκή και την κλασική περίοδο. Χαρακτηριστικό είναι πως η Αθήνα του Περικλή, αποτελούσε το μεγαλύτερο εισαγωγέα σιτηρών του αρχαίου κόσμου: τα φορτία που κατέφθαναν από τη Μαύρη Θάλασσα και τον Ελλήσποντο ανέρχονταν κατά μέσο όρο σε 19.000 τόνους ετησίως. Κύρια προϊόντα ήταν το σκληρό σιτάρι (πύρος), η όλυρα (ζειά) και το κριθάρι (κριθαί).
Το σιτάρι μουσκευόταν προκειμένου να γίνει μαλακό και κατόπιν επεξεργαζόταν με δύο πιθανούς τρόπους: πρώτη περίπτωση ήταν το άλεσμά του προκειμένου να γίνει χυλός, ώστε να αποτελέσει συστατικό του λαπά. Η άλλη περίπτωση ήταν να μετατραπεί σε αλεύρι (ἀλείατα) από το οποίο προέκυπτε το ψωμί (ἄρτος) ή διάφορες πίττες, σκέτες ή γεμιστές με τυρί ή μέλι.Η μέθοδος «φουσκώματος» του ψωμιού ήταν γνωστή. Κατά τη ρωμαϊκή εποχή οι Έλληνες χρησιμοποίησαν κάποιο αλκαλικό συστατικό ή μαγιά σαν καταλύτη της διαδικασίας. Η ζύμη ψηνόταν στο σπίτι σε υπερυψωμένους φούρνους από άργιλο (ἰπνός). Μια απλούστερη μέθοδος προέβλεπε την τοποθέτηση αναμμένων κάρβουνων στο έδαφος και την κάλυψη του σκεύους με καπάκι σε σχήμα θόλου (πνιγεὐς). Όταν το έδαφος ήταν αρκετά ζεστό, τα κάρβουνα απομακρύνονταν και στη θέση τους τοποθετούταν η ζύμη, η οποία καλυπτόταν και πάλι από το καπάκι. Κατόπιν τα κάρβουνα αποθέτονταν πάνω ή γύρω από το καπάκι για διατήρηση της θερμοκρασίας. Οι πέτρινοι φούρνοι έκαναν την εμφάνισή τους κατά τη ρωμαϊκή πια περίοδο.

Ο Σόλων, ο Αθηναίος νομοθέτης του 6ου αιώνα π.κ.ε., όρισε πως το ψωμί από σιτάρι έπρεπε να καταναλώνεται μόνο κατά τις εορταστικές ημέρες. Από την κλασική εποχή και έπειτα, και μόνο για εκείνους που είχαν τα οικονομικά μέσα, το εν λόγω ψωμί ήταν διαθέσιμο καθημερινά στα αρτοπωλεία.Το κριθάρι ήταν απλούστερο στην παραγωγή, μα αρκετά πιο δύσχρηστο στην παραγωγή ψωμιού. Το ψωμί που προκύπτει από το κριθάρι είναι θρεπτικό αλλά και βαρύτερο. Συνεπώς συνήθως ψηνόταν προτού αλεστεί για να προκύψει αλεύρι (ἄλφιτα), το οποίο χρησίμευε στην παραγωγή (τις περισσότερες φορές άνευ ψησίματος καθώς οι σπόροι ήταν ήδη ψημένοι) του βασικού πιάτου της ελληνικής κουζίνας, που ονομαζόταν μᾶζα.
Γενικά το σιταρένιο ψωμί λεγόταν «άρτος», το κριθαρένιο «άλφιτον», το προερχόμενο με ζύμη που ψηνόταν σε χαμηλούς κλιβάνους (είδος γάστρας) λεγόταν «ζυμίτης», ενώ το προερχόμενο χωρίς ζύμη που ψηνόταν σε ανθρακιά λεγόταν «άζυμος» και ιδιαίτερα «σποδίτης». Οτιδήποτε τρώγονταν με ψωμί (προσφάγιο) λεγόταν «όψον». Ο άρτος ή το άλφιτο που τρώγονταν βουτηγμένο σε άκρατο οίνο (ανέρωτο) λεγόταν «ακράτισμα». Το ακράτισμα τρώγονταν κυρίως το πρωί, εξ ου και το πρωινό γεύμα λέγονταν ομοίως ακράτισμα. Χαρακτηριστικά οι Ρωμαίοι αποκαλούσαν τους Έλληνες «κριθαροφάγους», ενώ στην κωμωδία «Ειρήνη» ο Αριστοφάνης χρησιμοποιεί την έκφραση «ἔσθειν κριθὰς μόνας», που μεταφράζεται «το να ζει κανείς μονάχα με κριθάρι» ή κατά τη νεοελληνική έκφραση «τη βγάζω με νερό και ψωμί». Στις μέρες μας επιβιώνουν διάφορες συνταγές για την παρασκευή μάζας. Σερβιριζόταν ψημένη ή ωμή, με τη μορφή χυλού ή ζυμαρικών ή ακόμη και πίττας. Επίσης μπορούσε να νοστιμίσει με τυρί ή μέλι.


219
Φρούτα, λαχανικά και όσπρια: Τα δημητριακά σερβίρονταν συνήθως με ένα συνοδευτικό γνωστό με τη γενική ονομασία ὄψον. Αρχικά η ονομασία αναφερόταν σε ό,τι μαγειρευόταν στη φωτιά, και, κατ’ επέκταση, σε ο,τιδήποτε συνόδευε το ψωμί. Από την κλασική εποχή και μετά, πρόκειται για ψάρι και λαχανικά: λάχανα, κρεμμύδια (κρόμμυον), γλυκομπίζελα, πράσα, βολβούς, μαρούλια, βλίτα, ραδίκια κ.ά. Σερβίρονταν ως σούπα, βραστά ή πολτοποιημένα (ἔτνος), καρυκευμένα με ελαιόλαδο, ξύδι, χόρτα ή μια σάλτσα ψαριού γνωστή με την ονομασία γάρον. Ο Αριστοφάνης αναφέρει πως ο πουρές ήταν ένα από τα αγαπημένα πιάτα του Ηρακλή, ο οποίος στις κωμωδίες πάντα παρουσιαζόταν ως μεγάλος λιχούδης. Οι πιο φτωχές οικογένειες κατανάλωναν βελανίδια (βάλανοι). Οι ελιές ήταν πολύ συνηθισμένο συνοδευτικό, ωμές ή συντηρημένες. Ειδικά οι λαϊκές τάξεις κατανάλωναν πολύ και όσπρια. Προτιμούσαν τους φασίολους, τις φακές, τα ρεβίθια, τα κουκιά (κύαμοι) και τους θέρμους (λούπινα).
Για τους κατοίκους των πόλεων τα φρέσκα οπωροκηπευτικά ήταν πολύ ακριβά κι έτσι καταναλώνονταν σπάνια. Οι φτωχότεροι πολίτες προτιμούσαν τα ξηρά λαχανικά. Το τυπικό φαγητό του μέσου εργάτη ήταν η φακή. Μια τυπική στρατιωτική μερίδα περιελάμβανε τυρί, σκόρδο και κρεμμύδια. Ο Αριστοφάνης συχνά συνδέει την κατανάλωση κρεμμυδιών με τους στρατιώτες, για παράδειγμα στην κωμωδία του, «Ειρήνη», ο χορός που πανηγυρίζει για τη λήξη των πολέμων εκφράζει την χαρά του που απαλλάχτηκε πλέον «από το κράνος, το τυρί και τα κρεμμύδια». Ο πικρός βίκος θεωρούταν φαγητό λιμού. Τα φρούτα, φρέσκα ή ξηρά, τρώγονταν ως επιδόρπιο. Πρόκειται κυρίως για σύκα, σταφίδες, καρύδια και φουντούκια. Τα ξηρά σύκα χρησίμευαν επίσης ως ορεκτικό, πίνοντας παράλληλα κρασί. Στην περίπτωση αυτή, συνοδεύονταν συχνά από ψητά κάστανα, στραγάλια ή ψημένους καρπούς οξιάς.
Κρέας: Η κατανάλωση ψαριών και κρεατικών σχετίζεται με την οικονομική επιφάνεια του σπιτικού αλλά και τη γεωγραφική του θέση: οι αγροτικές οικογένειες μέσω του κυνηγιού και της τοποθέτησης μικροπαγίδων είχαν πρόσβαση σε πτηνά και λαγούς, ενώ μπορούσαν να μεγαλώνουν πουλερικά και χήνες στις αυλές τους. Οι ελαφρώς πλουσιότεροι μπορούσαν να διατηρούν κοπάδια με πρόβατα, κατσίκες και γουρούνια. Στις πόλεις το κρέας κόστιζε πάρα πολύ με εξαίρεση το χοιρινό: κατά την εποχή του Αριστοφάνη, ένα γουρουνάκι γάλακτος κόστιζε τρεις δραχμές, ποσό που αντιστοιχεί σε τρία ημερομίσθια ενός δημοσίου υπαλλήλου. Στην κλασική Αθήνα, οι περισσότεροι έτρωγαν κρέας, αρνίσιο ή κατσικίσιο, μονάχα στις γιορτές. Μολαταύτα, τόσο οι πλούσιοι όσο και οι φτωχοί κατανάλωναν λουκάνικα.

Κατά τη μυκηναϊκή περίοδο είναι γνωστό πως κατανάλωναν αρνίσιο, βοδινό και μοσχαρίσιο κρέας. Κατά τον 8ο αιώνα π.κ.ε. ο Ησίοδος, περιγράφει στο «Έργα και Ημέραι» την ιδανική αγροτική γιορτή: «…εἴη πετραίη τε σκιὴ καὶ Βίβλινος οἶνος, μάζα τ᾽ ἀμολγαίη γάλα τ᾽ αἰγῶν σβεννυμενάων, καὶ βοὸς ὑλοφάγοιο κρέας μή πω τετοκυίης πρωτογόνων τ᾽ ἐρίφων·» Απόδοση «…θα μπορούσα να έχω τη σκιά ενός βράχου και Βίβλινο κρασί, πέτσα και γάλα από κατσίκες που έχουν στερέψει και κρέας δαμάλιδος η οποία τράφηκε στα δάση και που δεν γέννησε ποτέ ή εριφίων από πρώτη γέννα…»
Το κρέας αναφέρεται πολύ λιγότερο στα κείμενα της κλασικής εποχής σε σύγκριση με την ποίηση της αρχαϊκής εποχής. Κατά πάσα πιθανότητα αυτό δεν οφείλεται σε αλλαγή των διατροφικών συνηθειών, μα μόνο στους άτυπους κανόνες που διέπουν τα δύο αυτά είδη γραμματείας. Η κατανάλωση κρέατος έχει εξέχοντα ρόλο στα πλαίσια θρησκευτικών εθιμοτυπικών: η μερίδα των θεών (λίπη και οστά) παραδίδονται στις φλόγες, ενώ η μερίδα των ανθρώπων (το ψαχνό κρέας) μοιράζεται στους παρευρισκομένους. Παράλληλα παρατηρούμε την ακμή ενός εμπορικού κλάδου, εκείνου των ψημένων ή παστών κρεάτων, που φαίνονται επίσης να σχετίζονται με θρησκευτικές τελετές και θυσίες. Χαρακτηριστικό της τεχνικής του Έλληνα χασάπη είναι πως το σφάγιο δεν διαμελιζόταν ανάλογα με τον τύπο των μελών του, μα σε κομμάτια ίσου βάρους. Στην Κρήτη τα καλύτερα από αυτά αποδίδονταν στους φρονιμότερους πολίτες ή στους καλύτερους πολεμιστές. Σε άλλες περιοχές όπως στη Χαιρώνεια, οι μερίδες μοιράζονταν τυχαία με αποτέλεσμα να είναι θέμα τύχης για τον καθένα το αν θα λάμβανε καλό ή κακό κομμάτι.
Κύρια τροφή των Σπαρτιατών πολεμιστών ήταν ένας ζωμός από χοιρινό, γνωστός με την ονομασία μέλας ζωμός. Ο Πλούταρχος υποστηρίζει πως «ανάμεσα στα πιάτα, αυτό που έχαιρε της μεγαλύτερης εκτίμησης ήταν ο μέλας ζωμός, μάλιστα σε τέτοιο σημείο που οι ηλικιωμένοι δεν αναζητούσαν καθόλου το κρέας. Το άφηναν για τους νεότερους και δειπνούσαν μονάχα με το ζωμό που τους παρείχαν». Για τους υπόλοιπους Έλληνες πρόκειται για αξιοπερίεργο φαινόμενο. «Φυσικά και οι Σπαρτιάτες είναι οι γενναιότεροι ανάμεσα σε όλους», αστειεύεται ένας Συβαρίτης, «ο οποιοσδήποτε λογικός άνθρωπος θα προτιμούσε να πεθάνει χίλιους θανάτους παρά να διάγει τόσο λιτό βίο».Το πιάτο αυτό αποτελούταν από χοιρινό, αλάτι, ξύδι και αίμα. Συνοδευόταν από τη γνωστή μάζα, σύκα, τυρί και καμία φορά από θηράματα ή ψάρι. Ο Αιλιανός, συγγραφέας του 2ου και 3ου αιώνα μ.κ.ε., υποστηρίζει πως στους Λακεδαιμόνιους μάγειρες απαγορευόταν να προετοιμάζουν ο,οτιδήποτε άλλο εκτός από κρέας.
Ψάρι: Η στάση των Ελλήνων απέναντι στο ψάρι ποικίλλει ανάλογα με την εποχή. Στο έπος της Ιλιάδας δεν γίνεται κατανάλωση ιχθύων παρά μόνο ψητού κρέατος. Ο Πλάτων το αποδίδει στην αυστηρότητα των εθίμων της εποχής, εντούτοις μοιάζει πως το ψάρι θεωρούταν φαγητό για φτωχούς. Στην Οδύσσεια αναφέρεται πως οι σύντροφοι του Οδυσσέα κατέφυγαν στο ψάρι, αλλά μόνο γιατί υπέφεραν από την πείνα αφού πέρασαν από τα στενά της Σκύλλας και της Χάρυβδης κι έτσι αναγκάστηκαν να φάνε ό,τι υπήρχε διαθέσιμο. Αντιθέτως, κατά την κλασική εποχή, το ψάρι μετατρέπεται σε προϊόν πολυτελείας, το οποίο αναζητούν για το τραπέζι τους οι γευσιγνώστες. Μάλιστα κατά την ελληνιστική περίοδο συναντούμε και σχετική βιβλιογραφία, όπως ένα σύγγραμα του Λυγκέως από τη Σάμο το οποίο πραγματεύεται την τέχνη του να αγοράζει κανείς ψάρι σε χαμηλές τιμές. Άλλα ειδικά συγγράματα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας με έξοχες και λεπτομερείς περιγραφές ψαριών είναι: το «Περί Ιχθύων» του Αριστοτέλη, ο «Αλιευτικός» του Νουμηνίου, η «Αλιευομένη», του Αντιφάνους, ο «Ιχθύς» του Αρχίππου.
Πάντως όλα τα προϊόντα αλιείας δεν κόστιζαν το ίδιο. Μια στήλη που ανάγεται στα τέλη του 3ου αιώνα π.κ.ε. και που προέρχεται από τη βοιωτική πόλη Ακραιφνία, στη λίμνη της Κωπαΐδας, εμπεριέχει έναν τιμοκατάλογο ψαριών, ίσως για την προστασία των καταναλωτών από την κερδοσκοπία. Οικονομικότεροι όλων είναι οι σκάροι, ενώ η κοιλιά του κόκκινου τόνου κοστίζει τρεις φορές περισσότερο. Οι σαρδέλες, οι αντζούγιες και οι μαρίδες είναι οικονομικές και αποτελούν φαγητά της καθημερινότητας για τους αρχαίους Αθηναίους. Επίσης στην ίδια κατηγορία μπορούν να αναφερθούν ο λευκός τόνος, το λυθρίνι, το σαλάχι, ο ξιφίας και ο οξύρρυγχος, ο οποίος καταναλώνεται αλατισμένος. Η λίμνη Κωπαΐδα φημιζόταν για τα χέλια της, ξακουστά σε ολόκληρη την Ελλάδα, τα οποία εξαίρονται και στην κωμωδία «Αχαρνείς». Ανάμεσα στα ψάρια του γλυκού νερού μπορούν να σημειωθούν το λαβράκι, ο κυπρίνος και το υποτιμημένο γατόψαρο.

Οι Έλληνες απολάμβαναν εξίσου και τα υπόλοιπα θαλασσινά. Σουπιές (σηπία), χταπόδια (πολύπους) και καλαμάρια (τευθίς) μαγειρεύονταν ψητά ή τηγανητά και σερβίρονταν ως ορεκτικά, ως συνοδευτικά ή ακόμη και στα συμπόσια αν ήταν μικρού μεγέθους. Τα θαλασσινά μεγαλύτερου μεγέθους συγκαταλέγονταν στα πιάτα της υψηλής μαγειρικής.Ο ποιητής Έριφος κατατάσσει τις σουπιές, την κοιλιά του τόνου και τον γόγγρο στα εδέσματα των θεών, απλησίαστα για τους θνητούς με περιορισμένα οικονομικά μέσα. Οι σουπιές και τα χταπόδια αποτελούσαν παραδοσιακά δώρα κατά τον εορτασμό των Αμφιδρομίων, όταν οι γονείς έδιναν ονόματα στα παιδιά τους. Όσον αφορά τα οστρακοειδή, οι αρχαίες πηγές αναφέρουν την κατανάλωση σπειροειδών κοχυλιών, μυδιών, πίννας, αυτιών της θάλασσας, αχιβάδων, πεταλίδων και χτενιών.Ο Γαληνός είναι ο πρώτος που αναφέρει την κατανάλωση ψητών στρειδιών (ὄστρεον).Τέλος εκτίμησης έχαιραν τα καβούρια (καρκίνος), οι αστακοί (ἀστακός), οι αχινοί (ἐχῖνος) και οι καραβίδες (κάραϐος).

Οι ψαράδες στην πλειοψηφία των περιπτώσεων έβγαιναν στη θάλασσα μόνοι και παρέμεναν κοντά στην ακτή. Χρησιμοποιούσαν άγκιστρα, κυρίως χάλκινα, τα οποία έδεναν με ορμιά (πετονιά), φτιαγμένη από τρίχες ζώων ή φυτικές ίνες. Για να βυθίζεται το άγκιστρο, του έδεναν μολύβδινο βαρίδι. Συνηθισμένο ήταν το ψάρεμα με δίχτυα διαφόρων ειδών ανάλογα με το είδος των ψαριών, εφοδιασμένα με φελλούς και βαρίδια, αλλά και το ψάρεμα με καμάκι (κάμαξ) ή τρίαινα. Χρησιμοποιούσαν επίσης κύρτους πλεγμένους από βέργες. Πιο κατάλληλες ώρες για ψάρεμα θεωρούσαν το σούρουπο και το χάραμα. Ψάρευαν επίσης τη νύχτα με φως πυρσών. Το μεγαλύτερο μέρος της ψαριάς πρέπει να πωλούταν στις αγορές των πόλεων σε ειδικούς χώρους. Το ψάρι εμφανίζεται συχνά διατηρημένο στην άλμη. Πρόκειται για μια διαδικασία πολύ διαδεδομένη στα ψάρια μικρού μεγέθους, ωστόσο απαντάται και σε μεγαλύτερα όπως η παλαμίδα, ο τόνος, το σκουμπρί, η πεσκαντρίτσα και ο οξύρρυγχος, ακόμη στα καβούρια και τους αχινούς.

Αυγά και γαλακτοκομικά: Οι Έλληνες ανέτρεφαν πάπιες, χήνες, ορτύκια και κότες για να εξασφαλίζουν αυγά. Ορισμένοι συγγραφείς κάνουν ακόμη αναφορά σε αυγά φασιανού και αιγυπτιακής χήνας, εντούτοις μπορούμε να υποθέσουμε πως επρόκειτο για σπάνια εδέσματα. Τα αυγά καταναλώνονταν είτε μελάτα είτε σφικτά ως ορεκτικό ή επιδόρπιο. Επιπλέον τόσο ο κρόκος όσο και το ασπράδι του αυγού αποτελούσαν συστατικά διάφορων συνταγών. Το γάλα ήταν αρκετά διαδεδομένο, ωστόσο σπάνια χρησιμοποιούταν στη μαγειρική. Το βούτυρο ήταν γνωστό, αλλά χρησιμοποιούταν σπάνια, γενικώς θεωρούταν χαρακτηριστικό της διατροφής των κατοίκων της Θράκης τους οποίους ο κωμικός ποιητής Αναξανδρίδας αποκαλεί «βουτυροφάγους».

Παρόλα αυτά τα γαλακτοκομικά προϊόντα έχαιραν εκτίμησης. Η πυριατή, ήταν ένα είδος παχύρρευστου γάλακτος, το οποίο συχνά συγχέεται με το γιαούρτι. Βασικό συστατικό της ελληνικής διατροφής ήταν το τυρί, είτε από γάλα κατσίκας είτε από γάλα προβάτου. Γινόταν διάκριση ανάμεσα στο φρέσκο και το σκληρό τυρί που πωλούταν σε διαφορετικά καταστήματα: το πρώτο κόστιζε τα δύο τρίτα της τιμής του δεύτερου. Καταναλώνονταν σκέτα ή με μέλι ή με λαχανικά. Επίσης αποτελούσε συστατικό διάφορων συνταγών, ανάμεσα στα οποία συναντούμε και το ψάρι.
1213
Άλλα φαγητά: Άλλα εδέσματα των αρχαίων Ελλήνων ήταν γλυκά όπως η «σησαμίς» (είτε με τη μορφή που έχει το σημερινό παστέλι, είτε σε σφαιροειδή μορφή), οι «πλακούντες», η «άμμιλος» (τούρτα), η «μελιττούτα» (είδος γαλατόπιττας) καθώς και τα «αρτοκρέατα» (κρεατόπιττες), οι «τηγανίτες» ή τα «τήγανα» (τηγανήτες ή λουκουμάδες).

Ποτά: Στη πόση των αρχαίων Ελλήνων με την ευρύτερη κατανάλωση ήταν προφανώς το νερό. Η αναζήτηση νερού υπαγόταν στις εργασίες που έπρεπε να διεκπεραιώσουν καθημερινά οι γυναίκες. Αν και η χρήση πηγαδιού συχνά ήταν αναπόφευκτη, όπως είναι φυσικό υπήρχε προτίμηση σε νερό «από πηγή πάντα ρέουσα και αναβλύζουσα». Το νερό θεωρείται θρεπτικό – κάνει τα δέντρα και τα φυτά να αναπτύσσονται – αλλά και επιθυμητό. Ο Πίνδαρος ονομάζει το νερό μιας πηγής «ευχάριστο σαν μέλι». Οι πηγές περιγράφουν κατά καιρούς το νερό ως βαρύ (βαρυσταθμότερος), ξηρό (κατάξηρος), όξινο (Ὀξύς), να θυμίζει κρασί (Οἰνώδης) κ.ά. Ένας από τους χαρακτήρες του κωμικού ποιητή Αντιφάνη υποστηρίζει πως θα μπορούσε να αναγνωρίσει ανάμεσα σε όλο το νερό του κόσμου εκείνο της Αττικής από την καλή του γεύση. Τέλος, ο Αθήναιος αναφέρει μια σειρά από φιλοσόφους που κατανάλωναν παρά μόνο νερό, συνήθεια που συνοδεύεται συνήθως από αυστηρή χορτοφαγία.Άλλα ποτά που καταναλώνονται συχνότατα ήταν το γάλα κατσίκας και το υδρόμελι.
Το σκεύος που χρησιμοποιούταν για την πόση ήταν ο σκύφος, κατασκευασμένος από ξύλο, πηλό ή μέταλλο. Ο Κριτίας αναφέρει δια μέσου του έργου του Πλουτάρχου ένα λακωνικής καταγωγής κυκλικό αγγείο, που ονομαζόταν κώθων. Θεωρούνταν από τους αρχαίους το πιο κατάλληλο για στρατιωτική χρήση, γιατί λόγω του χρώματος του δοχείου εμποδίζονταν εκείνος που έπινε να αντιληφθεί τις τυχόν ακαθαρσίες του νερού και χώματα, ενώ παράλληλα είχε αρκετά γυριστό χείλος, ώστε να μένουν σε αυτό οι ακαθαρσίες κατά την πόση. Ένα άλλο διαδεδομένο σκεύος ήταν η κύλικα, ένα ποτήρι κυκλικού σχήματος, βαθύ, αλλά τελείως ανοιχτό, με βάση και δύο λαβές. Επίσης, ο κάνθαρος, αγγείο με δύο, συνήθως ψηλές, κάθετες λαβές και το ρυτόν που ήταν συχνά ζωόμορφο και που χρησιμοποιούταν συνήθως ως κρασοπότηρο σε συμπόσια.
Κατά την αρχαιότητα υπήρχαν πολλά είδη κρασιού: λευκό, κόκκινο, ροζέ. Υπάρχουν μαρτυρίες για όλα τα είδη καλλιέργειας, από το καθημερινό κρασί μέχρι εκλεκτές ποικιλίες. Ξακουστοί αμπελώνες υπήρχαν στη Νάξο, τη Θάσο, τη Λέσβο και τη Χίο. Δευτερεύον κρασί παραγόταν από νερό και μούστο, αναμεμειγμένο με κατακάθια, το οποίο και διατηρούσαν οι χωρικοί για προσωπική τους χρήση. Ορισμένες φορές το κρασί γινόταν γλυκύτερο με μέλι, ενώ μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και για φαρμακευτικούς σκοπούς αν ανακατευόταν με θυμάρι, κανέλλα και άλλα βότανα. Κατά τη ρωμαϊκή εποχή, ίσως και λίγο νωρίτερα, ήταν γνωστό ένας πρόγονος της σημερινής ρετσίνας και του βερμούτ. Ο Αιλιανός επίσης αναφέρει έναν οίνο που αναμιγνυόταν με άρωμα.Επίσης παρασκευαζόταν και ζεστό κρασί,ενώ στη Θάσο ένα είδος «γλυκού κρασιού»

Το κρασί στις περισσότερες περιπτώσεις αραιωνόταν με νερό, καθώς ο «άκρατος οίνος» (μη αραιωμένο κρασί) δεν ενδεικνυόταν για καθημερινή χρήση. Το κρασί αναμιγνυόταν σε έναν κρατήρα από τον οποίο οι δούλοι γέμιζαν τα ποτήρια με τη βοήθεια μιας οινοχόης. Το κρασί επίσης είχε θέση και στη γενική ιατρική, καθώς του αποδίδονταν φαρμακευτικές ιδιότητες. Ο Αιλιανός αναφέρει πως το κρασί της Ηραίας στην Αρκαδία μπορεί να επιφέρει τρέλα στους άνδρες, αλλά και πως καθιστούσε τις γυναίκες γόνιμες. Αντιθέτως ένα κρασί από την Αχαΐα είχε τη φήμη πως μπορούσε να επιφέρει αποβολή στις εγκύους. Εκτός από τις ιατρικές περιστάσεις, η ελληνική κοινωνία αποδοκίμαζε τις γυναίκες που έπιναν κρασί. Σύμφωνα με τον Αιλιανό ένας νόμος στη Μασσαλία απαγόρευε στις γυναίκες να πίνουν ο,οτιδήποτε εκτός από νερό. Η Σπάρτη ήταν η μοναδική πόλη όπου επιτρεπόταν στις γυναίκες να καταναλώνουν ό,τι ήθελαν.

Τα κρασιά που προορίζονταν για τοπική χρήση διατηρούνταν σε ασκιά. Εκείνα που επρόκειτο να πουληθούν τοποθετούνταν σε πίθους, μεγάλα αποθηκευτικά αγγεία από πηλό. Κατόπιν μεταφέρονταν σε σφραγισμένους αμφορείς για να πωληθούν ανεξάρτητα, είτε στον ίδιο τόπο, είτε σε άλλο, μεταφερόμενοι με πλοία. Τα επώνυμα κρασιά έφεραν ετικέτες με το όνομα του παραγωγού ή των αρχόντων μιας πόλης που εγγυόντουσαν την καταγωγή του.Αποτελεί το πρώτο παράδειγμα στην ιστορία μιας πρακτικής που επιβιώνει ως τις ημέρες μας.
106



157

Κυκεών και Πτισάνη: Ο Έλληνες παρασκεύαζαν επίσης ένα τρόφιμο ανάμεσα στο φαγητό και το ποτό που ονομαζόταν κυκεών (προέρχεται από το ρήμα κυκάω που σημαίνει «ανακατεύω»). Πρόκειται για πλιγούρι κριθαριού στο οποίο προσέθεταν νερό και βότανα. Στην Ιλιάδα περιελάμβανε επίσης τριμμένο κατσικίσιο τυρί. Στην Οδύσσεια, η μάγισσα Κίρκη του προσέθεσε μέλι κι ένα μαγικό φίλτρο. Στον Ομηρικό Ύμνο της Δήμητρας, η θεά απορρίπτει το κόκκινο κρασί, ωστόσο δέχεται κυκεώνα από νερό, αλεύρι και βλήχονα.

Χρήσιμος και ως ιερό ποτό στα Ελευσίνια Μυστήρια, ο κυκεώνας αποτελεί και λαϊκή τροφή ιδίως στην ύπαιθρο: ο Θεόφραστος στους «Χαρακτήρες» του παρουσιάζει έναν αγρότη που ήπιε δυνατό κυκεώνα προκαλώντας δυσφοριά στους διπλανούς του στην Εκκλησία του Δήμου με την αναπνοή του.Το ποτό αυτό είναι επίσης φημισμένο για την ιδιότητά του να βοηθά στην πέψη. Έτσι, στην «Ειρήνη», ο θεός Ερμής το συνιστά στον πρωταγωνιστή που το παράκανε τρώγοντας ξηρά φρούτα. Στην ίδια λογική, η πτισάνη ήταν ένα αφέψημα από κριθάρι που χρησίμευε ως τροφή για αρρώστους. Ο Ιπποκράτης το συνιστά σε ασθενείς που υποφέρουν από οξείες παθήσεις.
Καλοφαγάδες και μάγειροι: Κατά την αρχαϊκή και κλασική εποχή, η λιτότητα, την οποία επέβαλλαν οι φυσικές και κλιματικές συνθήκες της Ελλάδας, αναγνωρίζεται ως αρετή. Οι Έλληνες δεν αγνοούν την καθαρή απόλαυση που μπορεί να προσφέρει το φαγητό, εντούτοις το τελευταίο όφειλε να παραμένει απλό. Ο Ησίοδος, ως άνθρωπος της υπαίθρου, θεωρεί πραγματικό τσιμπούσι μια μερίδα κρέατος ψημένη στη σχάρα, το γάλα και τις γαλέτες, όλα αυτά στα πλαίσια μιας ηλιόλουστης ημέρας. Ακόμη καλύτερο γεύμα θεωρείται το δωρεάν γεύμα: «ξεφάντωμα χωρίς πληρωμή είναι κάτι που δεν πρέπει να αφήνει κανείς να πάει χαμένο», σημειώνει ο φιλόσοφος Χρύσιππος.
Η επιδίωξη της γαστρονομικής υπερβολής θεωρούταν, αντίθετα, απαράδεκτη, το δίχως άλλο ένα σημάδι ανατολίτικης μαλθακότητας: οι Πέρσες ήταν πρότυπο παρακμής εξαιτίας της αγάπης τους για την πολυτέλεια, η οποία εκδηλώνεται φυσικά και στο τραπέζι. Οι αρχαίοι συγγραφείς αρέσκονταν στο να περιγράφουν το γεύμα του Μεγάλου Βασιλέως των Αχαιμενιδών: ο Ηρόδοτος, ο Κλέαρχος ο Σολεύς, ο Στράβων και ακόμη περισσότερο ο Κτησίας συμφωνούν στις περιγραφές τους.
Από την άλλη πλευρά, οι Έλληνες τόνιζαν με υπερηφάνεια την αυστηρότητα των διατροφικών τους συνηθειών. Ο Πλούταρχος αφηγείται πως ένας από τους βασιλείς του Πόντου, ο Διονύσιος, ο τύραννος των Συρακουσών, περίεργος να δοκιμάσει τον περίφημο «μέλανα ζωμό» των Λακεδαιμονίων, αγόρασε έναν μάγειρα από τη Λακωνία. Δοκιμάζοντάς το διαπίστωσε πως ήταν πολύ άνοστο για τα γούστα του. Ο μάγειράς του, ωστόσο, απεφάνθη: «Ω βασιλιά, για να εκτιμήσει κάποιος αυτό το ζωμό, πρέπει αρχικά να γυμναστεί σπαρτιατικά και κατόπιν να κολυμπήσει στον ποταμό Ευρώτα». Σύμφωνα με τον Πολύαινο, ο Αλέξανδρος ο Μέγας, ανακαλύπτοντας την αίθουσα όπου παρατίθονταν τα γεύματα της περσικής αυλής, ειρωνεύτηκε το γούστο τους στο φαγητό και σε αυτό απέδωσε την ήττα τους. Ο Παυσανίας από τη Σπάρτη, μαθαίνοντας τις διατροφικές συνήθειες του Πέρση Μαρδόνιου, ειρωνεύτηκε τους Πέρσες που επιθυμούσαν να κατακτήσουν τους Έλληνες τη στιγμή που ζούσαν τόσο απλά.
Αποτέλεσμα αυτής της λατρείας για την αυστηρότητα, ήταν η κουζίνα παραμένει για αιώνιες βασίλειο των γυναικών, είτε ελεύθερων είτε δούλων. Μολαταύτα, στην κλασική περίοδο κάνουν την εμφάνισή τους στην αρχαία γραμματεία ειδικοί στη μαγειρική. Τόσο ο Αιλιανός, όσο και ο Αθήναιος αναφέρουν τους χίλιους μάγειρες που συνόδευαν το Σμινδυρίδη από τη Σύβαρη στο ταξίδι του στην Αθήνα κατά την εποχή του Κλεισθένη, αν και με αποδοκιμασία. Ο Πλάτων στο έργο του «Γοργίας» αναφέρει το Θεαρίωνα τον αρτοποιό, το Μίθαικο που συνέγραψε μια πραγματεία για τη μαγειρική των Σικελών και το Σάραμβο που πωλούσε κρασιά. Τρεις εξέχοντες γνώστες των γλυκισμάτων, της κουζίνας κα του οίνου και διάφοροι άλλοι μάγειρες συνέγραψαν έργα σχετικά με την τέχνη τους.
Με το πέρασμα του χρόνου, οι Έλληνες όλο και πιο πολύ μετατρέπονταν σε καλοφαγάδες και απομακρύνονταν από τις ρίζες τους, τα έθιμα και τις παραδόσεις τους περί εγκράτειας, απομακρύνονταν από ό,τι τους έκανε ικανούς και ένδοξους. Ο Αιλιανός σημειώνει: «στη Ρόδο, εκείνος που προσέχει ιδιαίτερα τα ψάρια και τα εκτιμά κι εκείνος που ξεπερνά τους πάντες σε γευσιγνωσία εγκωμιάζεται, θα λέγαμε, από τους συμπολίτες του ως ευγενικό πνεύμα». Κατά την ελληνιστική και κατόπιν κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, οι Έλληνες – τουλάχιστον οι εύποροι – χάνουν σιγά σιγά την εμμονή στη λιτότητα. Οι συνδαιτυμόνες του συμποσίου το οποίο αφηγείται ο Αθήναιος κατά το 2ο – 3ο αιώνα μ.κ.ε. αφιερώνουν μεγάλο μέρος της συζήτησής τους σε απόψεις για το κρασί και τη γαστρονομία. Αναφέρονται στις ιδιότητες κάποιων ποικιλιών κρασιού, λαχανικών και κρεάτων, καθώς και σε ξακουστά πιάτα (γεμιστό καλαμάρι, κοιλιά κόκκινου τόνου, καραβίδες, μαρούλια ποτισμένα με οίνο και μέλι). Επικαλούνται ακόμη μεγάλους μάγειρες όπως ο Σωτηρίδης, σεφ του βασιλέως Νικομήδη Α’ της Βιθυνίας. Όταν ο αφέντης του Σωτηρίδη βρισκόταν βαθειά στην ενδοχώρα επιθύμησε να φάει αντζούγιες. Εκείνος τότε προσομοίασε τη γεύση τους χρησιμοποιώντας ραπανάκια προσεκτικά τυλιγμένα ώστε να θυμίζουν αντζούγιες, λαδωμένα και αλατισμένα, πασπαλισμένα με σπόρους παπαρούνας. Το κατόρθωμα αυτό η Σούδα, μια βυζαντινή εγκυκλοπαίδεια, το αποδίδει λανθασμένα στο διάσημο Ρωμαίο γευσιγνώστη Απίκιο (1ος αιώνας π.κ.ε.), απόδειξη πως οι Έλληνες δεν υπολείπονταν πλέον σε τίποτα από τους Ρωμαίους, στην πολυτέλεια και στην αλόγιστη κατανάλωση τροφής.
Ιδιαίτερες διατροφικές συνήθειες: Οι Ορφικοί και οι Πυθαγόρειοι, δύο αρχαιοελληνικά θρησκευτικά ρεύματα, πρότειναν ένα διαφοροποιημένο τρόπο ζωής, βασισμένο στην αγνότητα και την κάθαρση – στην πραγματικότητα πρόκειται για μία μορφή άσκησης. Στο πλαίσιο αυτό η καρποφαγία και η εγκράτεια, αποτελεί κεντρικό σημείο στην ζωή των Ορφικών, καθώς και στην πρακτική των Πυθαγόρειων. Ο Εμπεδοκλής τον 5ο αιώνα π.κ.ε. πλαισιώνει την καρποφαγία στην πεποίθηση της μετεμψύχωσης, “ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι ένα ζώο που θανατώνεται δεν αποτελεί το καταφύγιο μιας ανθρώπινης ψυχής” αναφέρει. Η καρποφαγία – χορτοφαγία επίσης εκπορεύεται από την απέχθεια προς τη θανάτωση ζωντανών νοημόνων οργανισμών, καθώς οι Ορφικοί δίδασκαν την αποχή από αιματοχυσίες. Η διδασκαλία του Πυθαγόρα τον 4ο αιώνα π.κ.ε. είναι ακόμη δυσκολότερο να οριοθετηθεί με ακρίβεια, αλλά από ό,τι μπορούμε να γνωρίζουμε ήταν ακόμη πιο αυστηρή σε σχέση με την κατανάλωση κρεάτων και ζώων.
Οι ποιητές της Μέσης Κωμωδίας, όπως ο Άλεξις ή ο Αριστοφών, περιγράφουν τους πυθαγόρειους ως αυστηρά καρποφάγους- χορτοφάγους, μάλιστα ορισμένοι περιορίζονταν μονάχα στην κατανάλωση ψωμιού και νερού. Ωστόσο, άλλα ρεύματα περιορίζονταν στην απαγόρευση συγκεκριμένων φυτικών τροφών όπως τα κουκιά ή ιερών ζώων όπως ο λευκός κόκκορας ή ακόμη συγκεκριμένων σημείων του σώματος των ζώων. Τέλος, ακόμη και οι οπαδοί της καρποφαγίας σε συγκεκριμένες θρησκευτικές περιστάσεις κατανάλωναν θυσιασμένα ζώα, κατά την άσκηση των θρησκευτικών τους καθηκόντων.
Η καρποφαγία και η ιδέα της αγνότητας παρέμειναν στενά συνδεδεμένες και ορισμένες φορές συνοδεύονταν κι από την αποχή από τη σεξουαλική πράξη. Στο έργο του «Περί σαρκοφαγίας» ο Πλούταρχος (1ος – 2ος αιώνας μ.κ.ε.) αναβιώνει την αντίληψη πως η αιματοχυσία αποτελεί βάρβαρη πράξη και ζητά από τον άνθρωπο που καταναλώνει σάρκα να δικαιολογήσει την προτίμησή του. Διάβασε το άρθρο Θεόφραστος: Η Ιστορία της Σφαγής των Ζώων!.
Ο νεοπλατωνικός Πορφύριος από την Τύρο (3ος αιώνας), στο έργο του «De abstinentia ab esu animalium» συνδέει τη χορτοφαγία με τα κρητικά μυστήρια και παρέχει έναν κατάλογο με διάσημους καρποφάγους του παρελθόντος, ξεκινώντας από τον Επιμενίδη. Για εκείνον, είναι ο ήρωας Τριπτόλεμος, που δέχτηκε από το θεά Δήμητρα ένα στάχυ ως δώρο, εκείνος που εισήγαγε τη χκαρποφαγία. Οι τρεις εντολές του ήταν: «Τίμα τους γονείς σου», «Τίμα τους θεούς με καρπούς» και «Δείξε οίκτο στα ζώα».
17ancient_food



18runners_smA
Διατροφή των αρρώστων: Οι αρχαίοι Έλληνες ιατροί συμφωνούν για την αναγκαιότητα ιδιαίτερης διατροφής για τους αρρώστους, εντούτοις οι απόψεις τους για το ποια τρόφιμα πρέπει να περιλαμβάνει δεν συμφωνούν. Στο έργο του «Περί Διαίτης Οξέων» ο Ιπποκράτης αναφέρεται στις ευεργετικές ιδιότητες της πτισάνης, η οποία αφομοιώνεται εύκολα από τον οργανισμό και προκαλεί πτώση του πυρετού. Εντούτοις, άλλοι τη θεωρούν βαριά, καθώς εμπεριέχει σπόρους κριθαριού, ενώ άλλοι την συνιστούν με την προϋπόθεση να μην τοποθετούνται οι σπόροι αυτοί κατά την προετοιμασία της. Ορισμένοι ιατροί δεν επιτρέπουν παρά μόνο υγρές τροφές μέχρι και την έβδομη ημέρα, και μετά επιτρέπουν την πτισάνη. Τέλος μια μερίδα εξ αυτών υποστηρίζει πως δεν θα πρέπει να καταναλώνονται στερεές τροφές καθ’ όλη τη διάρκεια της ασθένειας.
Οι ίδιες οι μέθοδοι του Ιπποκράτη αποτελούν αντικείμενο διχογνωμίας ανάμεσα στους διάφορους ιατρούς: άλλοι κατηγορούν το μεγάλο ιατρό πως υποσιτίζει τους ασθενείς του, ενώ άλλοι πως τους τρέφει υπερβολικά. Κατά την ελληνιστική εποχή, ο αλεξανδρινός Ερασίστρατος προσάπτει στον Ιπποκράτη ότι απαγόρευε στους αρρώστους να τρώνε ο,οτιδήποτε παρά λίγο νερό, χωρίς να λαμβάνουν κανένα άλλο θρεπτικό στοιχείο: πρόκειται πράγματι για την πρακτική των μεθοδικών που δεν επέτρεπαν στους ασθενείς τη λήψη τροφής κατά το πρώτο 48ωρο.
Διατροφή των αθλητών: Αν θεωρήσουμε τον Αιλιανό αξιόπιστη πηγή, ο πρώτος αθλητής που ακολούθησε ποτέ ειδική διατροφή ήταν ο Ίκκος από τον Τάραντα, που έζησε κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. Ο Πλάτων επιβεβαιώνει πως ακολουθούσε πολύ πειθαρχημένο πρόγραμμα, με την έκφραση «γεύμα του Ίκκου» να γίνεται παροιμιώδης. Ωστόσο, ο Μίλων από τον Κρότωνα, ολυμπιονίκης της πάλης, κατείχε τη φήμη πως κατανάλωνε 7,5 λίτρα κρασιού, 9 κιλά ψωμί και αρκετό κρέας καθημερινά. Πριν από αυτόν, οι αθλητές της κλασικής εποχής ακολουθούσαν δίαιτα στηριγμένη στις ξηρές τροφές (ξηροφαγία), όπως για παράδειγμα στα ξηρά σύκα, το τυρί και το ψωμί.
Ακολούθως, οι προπονητές συνιστούν μια προκαθορισμένη διατροφή: για να κατακτήσει κάποιος έναν ολυμπιακό τίτλο «πρέπει να ακολουθεί ιδιαίτερη διατροφή, να μην τρώει επιδόρπια, να μην πίνει παγωμένο νερό και να μην καταναλώνει ποτήρια κρασιού όποτε του κάνει κέφι». Η διατροφή αυτή πρέπει να είχε ως βάση το κρέας, πληροφορία που επιβεβαιώνει ο Παυσανίας. Ο ιατρός Γαληνός αποδοκιμάζει τους συγχρόνους του αθλητές επειδή καταναλώνουν ωμό κρέας που ακόμη στάζει αίμα. Θεωρεί πως η συνήθεια αυτή προκαλεί πύκνωση της σαρκικής μάζας εξαφανίζοντας την εσωτερική θερμότητα του σώματος, οδηγώντας σταδιακά τον αθλητή στο θάνατο. Αντίθετα, υποστηρίζει πως η διατροφή πρέπει να προσαρμόζεται στις ιδιαίτερες ανάγκες του κάθε αθλητή και να βασίζεται στις συμβουλές εξειδικευμένου ιατρού. Φαίνεται πως από την αρχαιότητα ντόπαραν τους αθλητές ολυμπιακών επιδόσεων.

Πηγές για την αρχαιοελληνική διατροφή: Για τις τροφές και τις διατροφικές συνήθειες των Αρχαίων Ελλήνων, αντλούμε πληροφορίες από διαφορετικές πηγές, ανάλογα με την εκάστοτε εποχή. Ειδικά, για τις πρώτες χιλιετίες, σημαντική θεωρείται η συμβολή της αρχαιολογίας. Έτσι, από πινακίδες της Πύλου και της Κνωσού, πληροφορούμαστε για τη διατροφή των Μυκηναίων και των Μινωιτών. Για τη Γεωμετρική εποχή (1100-800 π.κ.ε.) χρησιμοποιούνται τα έπη του Ομήρου, τα οποία και απεικονίζουν την πραγματικότητα. Αντίθετα, ωστόσο, με τις προηγούμενες περιόδους, για την Κλασική εποχή η σπουδαιότερη πηγή είναι η αρχαία ελληνική γραμματεία, όπως οι κωμωδίες του Αριστοφάνη και τα έργα του Αθήναιου. Σε γενικές γραμμές, πάντως, πληροφορίες μας παρέχουν και τα αγγεία και τα αγαλματίδια.



elaiolado2karidia



reer20

Πηγή :http://www.terrapapers.com/?p=6335





Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

“Μονοκαλλιέργεια” Τα ολέθρια αποτελέσματα από την χρήση της.

Η εμπειρία τόσων χιλιάδων χρόνων γεωργικών καλλιεργειών είχε ως αποτέλεσμα την προτίμηση στην ποικιλία των καλλιεργούμενων προϊόντων ακόμα και σε περιορισμένες εκτάσεις γης. Η μέθοδος της μονοκαλλιέργειας δεν ήταν διαδεδομένη μέχρι σχεδόν και τα μέσα του 20ου αιώνα. Τότε ήρθε με την ευλογία μεγάλων εταιριών η Πράσινη Επανάσταση (τρομάρα τους) και η «νίκη απέναντι στην παγκόσμια πείνα» που υποσχόταν μέσω των καλλιεργειών τη διατροφική επάρκεια του πλανήτη. Με την υποστήριξη του USAID, της Υπηρεσίας των ΗΠΑ για τη Διεθνή Ανάπτυξη, τις «επιταγές» διαφόρων παγκόσμιων οργανισμών όπως της Παγκόσμιας Τράπεζας, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και τη χρηματοδότηση ιδιωτικών κολοσσών, κράτη με χρόνια διατροφικά προβλήματα των τεράστιων αυξανόμενων πληθυσμών τους όπως το Μεξικό, η Ινδία και αργότερα πολλά κράτη της νοτιοανατολικής Ασίας, υιοθέτησαν τις μονοκαλλιέργειες, κάποιες και ως «πανάκεια» στα διατροφικά τους προβλήματα.

Σε αρκετές περιπτώσεις, με προεξέχων το παράδειγμα της Ινδίας η παραγωγή τροφίμων αυξήθηκε αισθητά. Παρόλα αυτά, από το 1970 έως το 1990 ο αριθμός των ανθρώπων που υπέφεραν παγκοσμίως από πείνα είχε αυξηθεί 11%. Οι στατιστικές για το συγκεκριμένο διάστημα διαφοροποιούνται εξαιτίας της παρουσίας της Κίνας, η οποία στο διάστημα αυτό εξάλειψε σε μεγάλο βαθμό την πείνα. Η «Πράσινη Επανάσταση» λοιπόν όχι μόνο δεν έφερε τη λύση στο πρόβλημα, ούτε άλλωστε και είχε τέτοια πρόθεση, ακόμα και σε απόλυτους αριθμούς, αλλά συνδέθηκε και με ολέθριες συνέπειες για την υγεία ανθρώπων, ζώων και τη συνολική λειτουργία των οικοσυστημάτων, μιας και αυτός είναι και ήταν εξ αρχής, ο σκοπός της, όχι και τόσο μυστικός πλέον. Αυτό συνέβη επειδή το εξαιρετικά ελκυστικό σαν ιδέα και πολυδιαφημισμένο μοντέλο της «Πράσινης Επανάστασης», που με μεγάλη επιμονή διαφημίστηκε από τους δημιουργούς του (γιατί άραγε;) σύντομα προσέκρουσε στα περιβαλλοντικά και οικονομικοκοινωνικά προβλήματα που η ίδια δημιούργησε… (κάνε κλικ πάνω στις εικόνες να τις δεις μεγάλες)

Στον περιβαλλοντικό τομέα η συντριπτική πλειοψηφία των μονοκαλλιεργειών απαιτούσαν (και απαιτούν) τη χρήση συγκεκριμένων φυτοφαρμάκων, χημικών λιπασμάτων και αρδευτικών συστημάτων τα οποία στις περισσότερες των περιπτώσεων είχαν ως αποτέλεσμα την καταστροφή εδαφών που επί χιλιάδες χρόνια καλλιεργούταν χωρίς διακοπή με τις παραδοσιακές μεθόδους.
Ένα παρόμοιο πρόγραμμα είχαν υιοθετήσει οι Φιλιππίνες τη δεκαετία του ’60 όταν και δημιούργησαν τεράστιες μονοκαλλιέργειες ορυζώνων. Οι καλλιέργειες αυτές σήμερα με την ταλαιπωρία που έχει υποστεί το έδαφος δεν μπορούν πια να αποδώσουν τα αναμενόμενα, είναι εξαιρετικά ευάλωτες στις όλο και συχνότερες ακραίες καιρικές συνθήκες και έχουν ως αποτέλεσμα σειρά αρνητικών επιπτώσεων στην υγεία των κατοίκων της περιοχής.
O δρ. Τσαρίτα Μεντίνα, μέλος της Κοινοπραξίας Αγροτών-Επιστημόνων για την Ανάπτυξη που εδρεύει στις Φιλιππίνες, των οποίων μεγάλες καλλιέργειες καταστρέφονται καθημερινά, αναφέρει ότι για την ολέθρια αυτή κατάσταση, «το μεγαλύτερο πρόβλημα αποδεικνύεται η καταστροφή της παραδοσιακής γεωργίας. Αν οι αγρότες συνέχιζαν να καλλιεργούν τις παραδοσιακές ποικιλίες, κάτι τέτοιο θα ήταν αρκετό για την επιβίωση των αγροτών, για την επάρκεια του έθνους σε τρόφιμα και πιο ανθεκτική στις φυσικές καταστροφές». Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κατάστασης είναι ότι με το πέρασμα τυφώνων από τέτοιες καλλιέργειες δεν μένει «τίποτα όρθιο» ενώ όπως υποστηρίζουν οι κάτοικοι της περιοχής, όταν το έδαφος καλλιεργούταν παραδοσιακά οι καλαμιές σπανίως έπεφταν…
Στον οικονομικοκοινωνικό τομέα πάρα πολλοί ακόμα και στη Δύση ήταν αυτοί που υποστήριξαν και συνεχίζουν να υποστηρίζουν ότι η επιβολή συγκεκριμένων σπόρων, ποικιλιών, φαρμάκων και γενικότερα μεθόδων καλλιέργειας εντάσσονταν σε ένα ευρύτερο σχέδιο που είχε στόχο:
-τη μεγιστοποίηση του κέρδους διαφόρων εταιριών (πολλές άλλωστε μέσω των σχεδίων αυτών γιγαντώθηκαν),
-την υποστήριξη εκ μέρους της Δύσης, συγκεκριμένων κυβερνήσεων κρατών στα πλαίσια του Ψυχρού Πολέμου,
-τη λαϊκή υποστήριξη την οποία έβλεπαν οι τοπικοί ηγέτες να δημιουργείται μέσω ενός μεγαλεπήβολου προγράμματος που θα έλυνε “δια παντός” το πρόβλημα της πείνας, ενώ
-δεν έλειψαν και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες διεφθαρμένες κυβερνήσεις και καθεστώτα, έβλεπαν σε τέτοια προερχόμενα από τη Δύση προγράμματα, την ευκαιρία να κερδίσουν χρόνο απέναντι στα εκατομμύρια των πεινασμένων λαών τους.
Επιπλέον όπως αποδείχτηκε ξεκάθαρα από τη διατροφική κρίση που βιώνει ο πλανήτης, το πρόβλημα δεν έγκειται τελικά στην επάρκεια των τροφίμων, αφού είναι ο καθορισμος των τιμών από τις αγορές με βάση τα συμφέροντά τους αυτός που αυξάνει ή μειώνει τον αριθμό των πεινασμένων ανθρώπων στον πλανήτη. Το πάθημα της Πράσινης Επανάστασης το οποίο ακόμα βιώνουν και θα βιώνουν εκατομμύρια άνθρωποι πάνω στον πλανήτη δεν φαίνεται να γίνεται μάθημα. Όπως και τότε έτσι και σήμερα ελάχιστα πανίσχυρα κέντρα αποφάσεων επιμένουν να προωθούν τις μονοκαλλιέργειες προς ίδιον όφελος μέσω μίας Δεύτερης Πράσινης Επανάστασης που σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά της με την προσπάθεια επιβολής των γενετικά μεταλλαγμένων τροφίμων και των βιοκαυσίμων.
Λονδίνο: Επιθετικά είδη μυκήτων που εξαπλώνονται χάρη στο διεθνές εμπόριο και την κλιματική αλλαγή απειλούν τα αμφίβια, τις μέλισσες, τις νυχτερίδες, τις χελώνες Caretta caretta, κάποια κοράλλια, καθώς και βασικές καλλιέργειες όπως το ρύζι και το σιτάρι. «Τόσο στα ζώα όσο και στα φυτά, ένας πρωτοφανής αριθμός μυκήτων και ειδών που μοιάζουν με μύκητες έχουν προκαλέσει κάποιες από τις χειρότερες μειώσεις και εξαφανίσεις άγριων ειδών και απειλούν πλέον τη διατροφική ασφάλεια» προειδοποιεί στο περιοδικό Nature διεθνής ομάδα ερευνητών. Υπολογίζουν μάλιστα ότι οι μυκητιάσεις στο καλαμπόκι, το σιτάρι και το ρύζι προκαλούν ζημίες 60 δισεκατομμυρίων δολαρίων το χρόνο. Το πρόβλημα με τους μύκητες είναι ότι αναπαράγονται με εξαιρετικά ανθεκτικά σπόρια, τα οποία μεταφέρονται με τον άνεμο ή πάνω σε επιφάνειες και είναι ουσιαστικά αδύνατο να εξουδετερωθούν. Οι κυριότερες απειλές στις οποίες αναφέρεται η μελέτη:

>Ένας φονικός μύκητας του δέρματος, ο oποίος ανακαλύφθηκε μόλις το 1997 και ονομάστηκε Batrachochytrium dendrobatidis, προσβάλλει σήμερα 500 είδη αμφιβίων σε 54 χώρες και σε όλες τις ηπείρους όπου απαντώνται αμφίβια. Ορισμένες περιοχές της Κεντρικής Αμερικής έχουν ήδη χάσει το 40% των αμφιβίων τους.
Στις ΗΠΑ και τον Καναδά οι εντομοφάγες καφέ νυχτερίδες αποδεκατίζονται από τον «γεωμύκητα τον καταστροφικό», ή Geomyces destructans, ο οποίος κάνει τα τρωκτικά κυριολεκτικά να μουχλιάζουν στη διάρκεια της χειμέριας νάρκης. Ο μύκητας φαίνεται ότι μεταφέρθηκε στην Αμερική από την Ευρώπη.
>Διάφορα είδη της οικογένειας μυκήτων Microsporidia έχουν ενοχοποιηθεί ως συνυπεύθυνα για το λεγόμενο «σύνδρομο κατάρρευσης αποικίας» που εξοντώνει τις μέλισσες στις ΗΠΑ.
>Σε τροπικά κλίμακα. ο μύκητας Fusarium solani προσβάλλει τα αβγά της χελώνας Caretta caretta και εμποδίζει την εκκόλαψή τους.
>Τα μαλακά κοράλλια της τάξης Gorgonacea καταστρέφονται από έναν μύκητα του εδάφους.

Ανάλογες επιδημίες πλήττουν και σημαντικές καλλιέργειες:

>Ο παθογόνος μύκητας Magnaporthe grisea έχει μειώσει τη σοδειά ρυζιού κατά 10 με 35 τοις εκατό σε 85 χώρες.
>Οι καλλιέργειες σιταριού πλήττονται από την ασθένεια της σκωρίασης που προκαλεί ο μύκητας Puccinia graminis. Ένα σχετικά νέο στέλεχος με την ονομασία Ug99 μπορεί να καταστρέψει τη σοδειά κατά 100%.
>Άλλες μυκητιάσεις που πλήττουν αυτές τις καλλιέργειες, καθώς και τον αραβόσιτο, τις πατάτες και τη σόγια, μειώνουν τις σοδειές κατά 125 εκατομμύρια τόνους το χρόνο, ποσότητα που θα ήταν αρκετή για να θρέψει το ένα δωδέκατο του ανθρώπινου πληθυσμού.
Η μελέτη, την οποία υπογράφουν ερευνητές στην Οξφόρδη, το Χάρβαρντ και την Καλιφόρνια, μεταξύ άλλων, επισημαίνει ότι το πρόβλημα έχει επιδεινωθεί σημαντικά λόγω του διεθνούς εμπορίου αλλά και των μονοκαλλιεργειών. Οι ερευνητές παραδέχονται ότι τα μέσα αντιμετώπισης των μυκητιάσεων είναι περιορισμένα και τονίζουν ότι η καλύτερη άμυνα είναι η πρόληψη και η αντιμετώπιση των επιδημιών στην αρχή τους.
Μονοκαλλιέργεια η (ουσιαστικό) [ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ :μόνος - καλλιέργεια] (γεωπον.) η συστηματική καλλιέργεια των αγρών με ένα μόνο είδος φυτού. Αχανείς εκτάσεις φυσικών οικοτόπων καταστρέφονται προκειμένου να εξασφαλιστεί χώρος για τη βιομηχανοποιημένη εντατική γεωργία που κάνει χρήση τεχνικών μονοκαλλιέργειας, με αποτέλεσμα να ξεριζώνεται η τοπική πανίδα και χλωρίδα. Αυτές οι τεχνικές χρησιμοποιούν επιλεγμένα υποείδη για τις μονοκαλλιέργειες, τα οποία διαθέτουν γνωρίσματα που θα μεγιστοποιήσουν το κέρδος, όπως είναι η γρήγορη ανάπτυξη, μεγάλο μέγεθος καρπών κ.λ.π. Συγκριτικά με τις καλλιέργειες φυσικών πληθυσμών, αυτοί οι επιλεγμένοι πληθυσμοί έχουν περιορισμένη γενετική ποικιλότητα. Εντούτοις, όσο πιο ομοιογενής είναι η γενετική σύνθεση των ατόμων ενός συγκεκριμένου είδους, τόσο πιο ευάλωτος είναι ο πληθυσμός απέναντι σε ιούς, έντομα και σε μύκητες. Αυτή η τεχνητά αυξημένη ευαισθησία ενισχύει με τη σειρά της την εφαρμογή στις καλλιέργειες μεγαλύτερων ποσοτήτων γεωργικών φαρμάκων. Καθώς τα γεωργικά φάρμακα αποτελούν βασικούς ρυπαντές που αποσυντίθενται με αργούς ρυθμούς, επηρεάζουν καταστροφικά και τις γειτονικές περιοχές.

Σύμφωνα με τις αρχαίες γεωργικές τεχνικές, οι γενετικά διακριτές ποικιλίες καλλιέργειας φυτεύονταν με δέντρα ή θάμνους, για να σχηματίσουν φυτοφράχτες προκειμένου να μειωθούν οι πιθανές απώλειες στην καλλιέργεια. Η προσέγγιση αυτή είναι πολύ πιο ευεργετική μακροπρόθεσμα. Αγρότες βρήκαν τη λύση στην καλλιέργεια δέντρων, όπως η Faidherbia Albida, ένα είδος ακακίας, η οποία διπλασιάζει την παραγωγικότητα του εδάφους χωρίς τη χρήση λιπασμάτων.
Η αγροτική παραγωγή θα πρέπει να αλλάξει ριζικά τον προσανατολισμό της, κατά τον 21ο αιώνα που διανύουμε, σύμφωνα με όσα διατείνονται ειδικοί επιστήμονες από διάφορες γωνιές της Γης. Κι αυτό, όπως επισημαίνεται σε δημοσίευμα της ιστοσελίδας της Deutsche Welle («ΝΒ»), όχι μόνο επειδή αυξάνονται οι επισιτιστικές ανάγκες των κατοίκων του πλανήτη αλλά και επειδή πρέπει και η γεωργία να συμβάλει πιο αποφασιστικά στην προστασία του κλίματος.
Εξάλλου, οι επιστήμονες έχουν θέσει ήδη το ερώτημα: Η αγροτική παραγωγή θα αποτελέσει το σωτήρα ή τον καταστροφέα του περιβάλλοντος; Θεωρούν, μάλιστα, πως αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα που καλείται να κερδίσει η γεωργία κατά τον 21ο αιώνα. Άλλωστε, όπως έχουν δείξει και οι πιο πρόσφατες έρευνες, σήμερα η αγροτική βιομηχανία ευθύνεται – συγκριτικά – για την έκλυση στην ατμόσφαιρα μεγαλύτερων ποσοτήτων διοξειδίου του άνθρακα (CO2) από ό,τι όλα τα οχήματα του πλανήτη.
«Αυτό πρέπει να αλλάξει», τόνισε ο δόκτωρ Ντένις Γκέριτι, από το Διεθνές Κέντρο Αγροτο-δασοπονίας (ICRAF), που εδρεύει στο Ναϊρόμπι της Κένυα. Ζητούμενο για τον κ. Γκέριτι και τους συναδέλφους του είναι να προωθήσουν ένα σύστημα αειφόρου αγροτικής ανάπτυξης. Ένα σύστημα που θα διασφαλίζει και λιγότερες εκπομπές CO2 και επάρκεια προϊόντων και μεγαλύτερο εισόδημα σε περισσότερους παραγωγούς.
«Αν αρχίσουμε να ενσωματώνουμε τα δέντρα στην αγροτική οικονομία, θα αυξήσουμε σημαντικά τις δυνατότητες απορρόφησης CO2», πρόσθεσε και σημείωσε: «Με ένα σύστημα αγροτο-δασικής παραγωγής μπορούμε να απορροφήσουμε ανά εκτάριο έναν έως πέντε τόνους CO2 ετησίως. Στη συμβατική παραγωγή έχουμε αντίθετα απώλειες της δυνατότητας απορρόφησης του εδάφους 0,1 έως 0,4 τόνους ανά εκτάριο το χρόνο».
Πάντως, η καλή είδηση για το κλίμα είναι ταυτόχρονα κακή για τη βιομηχανοποιημένη αγροτική παραγωγή. Οι τεράστιες εκτάσεις με μονοκαλλιέργειες κατατάσσονται στους μεγαλύτερους εχθρούς του κλίματος, σημειώνει ο Μπένεκτικτ Χέρλιν, από το Ινστιτούτο Αγροτικής Ανάπτυξης. «Μονοκαλλιέργειες σε πολλά τετραγωνικά χιλιόμετρα – όσο φτάνει το μάτι – για παράδειγμα με σόγια, ή καλαμπόκι, εμπεριέχουν μεγάλους κινδύνους. Μία μόλυνση για παράδειγμα και μία τεράστια έκταση καθίσταται πρακτικά άχρηστη. Όσο αβέβαιη γίνεται η προοπτική των κλιματικών αλλαγών, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος για κάτι τέτοιο».
Η κατάσταση μοιάζει με ένα φαύλο κύκλο, καθώς με την πάροδο του χρόνου τα ζιζάνια και οι ασθένειες γίνονται όλο και πιο ανθεκτικές, με αποτέλεσμα τα απαραίτητα φυτοφάρμακα να γίνονται όλο και πιο τοξικά προκειμένου να τα εξολοθρεύσουν, έχοντας μακροχρόνια επίδραση στην κατάσταση των εδαφών αλλά και των οικοσυστημάτων της περιοχής γενικότερα. Η χρήση φυτοφαρμάκων συνεπάγεται:
-την εξόντωση εκτός των ζιζανίων και όλων των υπολοίπων μικροοργανισμών που είναι απαραίτητοι στην καλλιέργεια,
-τη μόλυνση του εδάφους και των υδάτων,

-την παρουσία χημικών στα τελικά ή ενδιάμεσα προϊόντα αποτέλεσμα των καλλιεργειών,

-την οικονομική και σε πολλές περιπτώσεις και κοινωνική τελικά εξάρτηση του παραγωγού από συγκεκριμένες εταιρίες ή φορείς που θα του παράσχουν το απαραίτητο φυτοφάρμακο.

Έτσι με δεδομένο ότι η γη και η γονιμότητά της αποτελεί φυσικά το σημαντικότερο προαπαιτούμενο, οι επιπτώσεις των μονοκαλλιεργειών έχουν ως αποτέλεσμα την αχρήστευση τεράστιων αγροτικών εκτάσεων και τη μείωση της βιοποικιλότητας στις περιοχές που καλύπτουν. Είναι χαρακτηριστικό ότι η οργάνωση MASIPAG διατηρεί πειραματικά εκτάσεις δίπλα στις μονοκαλλιέργειες στις οποίες καλλιεργούνται η μία δίπλα από την άλλη πενήντα και πλέον διαφορετικές καλλιέργειες και για τις οποίες έχει διαπιστωθεί ότι έχουν πολύ μεγαλύτερη αντοχή από τις αντίστοιχες μονοκαλλιέργειες. Με δεδομένο μάλιστα ότι εξαιτίας των κλιματικών αλλαγών οι ακραίες και εκτός προβλέψεων καιρικές συνθήκες αυξάνονται σε ποσότητα και ένταση, οι μονοκαλλιέργειες ανά τον κόσμο μοιάζουν πιο ευάλωτες από ποτέ. Τεράστιες περιοχές στην Ασία, την Αφρική και τη Λατινική Αμερική που εντάχθηκαν υπό τις ευλογίες των δυτικών οργανισμών στην πολυδιαφημιζόμενη ακόμα και σήμερα «Πράσινη Επανάσταση», στη λογική των μονοκαλλιεργειών αποτεφρώνοντας εκατομμύρια στρέμματα δασών νοιώθουν τώρα τις συνέπειες δυσμενέστερες από ποτέ.
Κατά τη διάρκεια του τυφώνα Κετσάνα έπεσε μέσα σε έξι μόλις ώρες τόση βροχή, όση κανονικά θα έπεφτε σε ένα μήνα. Τεράστιες καλλιέργειες ρυζιού σε όλη την περιοχή καταστράφηκαν ταυτόχρονα με την καταστροφή εδαφών έτοιμων για καλλιέργεια. Tο φαινόμενο των ακραίων περιόδων ξηρασίας και ακραίων ταυτόχρονα περιόδων βροχοπτώσεων δεν είναι πρωτοφανές τα τελευταία χρόνια. Η ένταση των φαινομένων όμως χρόνο με το χρόνο αυξάνεται με αποτελέσματα καταστροφικά για τη διατροφική επάρκεια και την οικονομική κατάσταση εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων. Η καταστροφή από τις όλο και αυξανόμενες σε διάρκεια και ένταση περιόδους ξηρασίας και βροχοπτώσεων αντίστοιχα, επιφέρει ανά περιπτώσεις «καταστροφές στις καλλιέργειες ακόμα και σε ποσοστό 100%» σύμφωνα με τον δρ. Τσαρίτα Μεντίνα, μέλος της Κοινοπραξίας Αγροτών-Επιστημόνων για την Ανάπτυξη (MASIPAG) που εδρεύει στις Φιλιππίνες.

Ένα επιπλέον πρόβλημα αποτελεί και το γεγονός ότι εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής, οι καιρικές συνθήκες είναι τελείως απρόβλεπτες, με αποτέλεσμα εκατομμύρια παραγωγοί της περιοχής να έχουν απελπιστεί τελείως: «όταν καλλιεργείς ρύζι και άξαφνα σταματούν οι βροχές για δύο εβδομάδες, η καλλιέργεια σου καταστρέφεται και πρέπει να ξαναρχίσεις από την αρχή. Πρέπει λοιπόν να αγοράσεις σπόρους, για τους οποίους μπορεί να μην έχεις πλέον τα χρήματα, ή να μην μπορούν να στους προμηθεύσουν οι αντίστοιχοι προμηθευτές» αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Μεντίνα. Εκτός των κλιματικών αλλαγών όμως που έχουν συντελέσει τα μέγιστα στα ακραία καιρικά φαινόμενα οι επιστήμονες διαπιστώνουν ότι βασικό ρόλο στις καταστροφές που πλήττουν την περιοχή διαδραματίζουν και οι εισαγόμενες ποικιλίες και η επιβολή μονοκαλλιεργειών. Οι μονοκαλλιέργειες μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα τη -βραχυπρόθεσμη τελικά- αύξηση της παραγωγής και την ευκολία στη διαχείριση, αλλά εμπεριέχουν μία σειρά κοινωνικοοικονομικών και περιβαλλοντικών κινδύνων που θα έπρεπε να τις καθιστούν απαγορευτικές.
α) Αυξάνουν τη διάβρωση του εδάφους,
β) δεν επιτρέπουν την αυτοδιατήρησή του και την υγρότητά του,
γ) μειώνουν με την πάροδο του χρόνου τα θρεπτικά συστατικά που οι καλλιέργειες διαφόρων ειδών αφήνουν στο έδαφος και
δ) αυξάνουν την ανθεκτικότητα των ζιζανίων και των εντόμων με αποτέλεσμα την εμφάνιση ασθενειών και τη συνεπακόλουθη αυξανόμενη χρήση επιβαλλόμενων από συγκεκριμένες πολυεθνικές φυτοφαρμάκων με όλες τις γνωστές συνέπειες.
ε) επιτρέπουν την εξάπλωση των ασθενειών πολύ γρηγορότερα. Έχει υπολογιστεί ότι είναι εξαιρετικά πιο δύσκολο για μια ασθένεια να εξαπλωθεί σε τρεις (μόλις) διαφορετικές ποικιλίες, σε σύγκριση με τη μία και μοναδική των μονοκαλλιέργειών.

Εναλλακτική λύση από την Αφρική: Ο κ. Χέρλιν πρόσθεσε, επίσης, πως τα γενετικά μεταλλαγμένα προϊόντα δεν είναι λύση. «Ούτε, όμως, τα φυτοφάρμακα και τα λιπάσματα που – όπως είπε – μολύνουν το περιβάλλον και είναι απλησίαστα για πολλούς αγρότες φτωχών περιοχών του πλανήτη». Πρόκειται, άλλωστε για τις αγροτικές περιοχές, στις οποίες ζει 70% και πλέον των απόρων της Γης και οι περισσότερες από αυτές βρίσκονται στην Αφρική.
H πλειονότητα των επιστημόνων διακατέχεται από αισιοδοξία, καθώς διατείνεται πως υπάρχει εναλλακτική λύση. Πρόκειται για το σύστημα που εφαρμόζουν περισσότεροι από πέντε εκατομμύρια αγρότες στην Αφρική. Είναι η καλλιέργεια δέντρων, όπως η Faidherbia Albida, ένα είδος ακακίας, η οποία μέσα σε τέσσερα με οχτώ χρόνια διπλασιάζει έως και τριπλασιάζει την παραγωγικότητα του εδάφους χωρίς τη χρήση λιπασμάτων.
«Για τη συγκεκριμένη καλλιέργεια, ο αγρότης δε χρειάζεται να πληρώσει τίποτα. Χρειάζεται μόνο λίγους σπόρους και την ελάχιστη γνώση για το πως να φυτεύει δέντρα. Δεν απαιτείται ιδιαίτερη φροντίδα και η επένδυση είναι μηδαμινή», είπε ο Ντένις Γκάριτι. Πρόσθεσε δε, πως «το σύστημα αυτό έχει ένα μεγάλο εχθρό: τα μεγάλα συγκροτήματα της βιομηχανίας φυτοφαρμάκων, σπόρων και λιπασμάτων».
Ποικιλομορφία Τι είναι;Το σύνολο των έμβιων όντων της Γης αποτελεί μέρος ενός τεράστιου, εξαιρετικά πολύπλοκου, αλληλεξαρτώμενου συστήματος. Η βιολογική ποικιλότητα είναι η έκφραση αυτής της ποικιλίας της ζωής. Είναι παρούσα παντού, και εκφράζεται από τα γονίδια, τα άτομα, τα είδη μικροοργανισμών, φυκών, μυκήτων, φυτών και ζώων, μέχρι και τα οικοσυστήματα, αλλά ακόμα και τα τοπία. Περιλαμβάνει τα δάση, τα γλυκά νερά, το θαλάσσιο περιβάλλον, το έδαφος, τα καλλιεργούμενα φυτά, τα εκτρεφόμενα ζώα, τα άγρια είδη και τους μικροοργανισμούς. Συνεπώς περικλείει το σύνολο των οντοτήτων που εξετάζει η επιστήμη της Βιολογίας, δηλαδή το σύνολο της ζωής. Η ανθρωπότητα εξαρτάται από αυτήν την κοινότητα της ζωής – τη βιόσφαιρα – της οποίας δεν είναι παρά ένα μόνο συστατικό.

Η διατήρηση της ποικιλομορφίας έχει μεγάλη και πολύπλευρη σημασία για την ανθρωπότητα εξαιτίας, τόσο των πάμπολλων «χρηστικών» αξιών που έχει για τους ανθρώπους, όσο και «μη χρηστικών». Στις αξίες αυτές περιλαμβάνονται οι κοινωνικο-οικονομικές με τα οφέλη που προκύπτουν από τη χρήση της ποικιλομορφίας, ιδιαίτερα για την εξάλειψη της φτώχιας σε παγκόσμιο επίπεδο. Ιατροφαρμακευτικές με το πλήθος των βιολογικών ουσιών πάνω στις οποίες βασίζονται σχεδόν όλες οι αντίστοιχες ιατροφαρμακευτικές θεραπευτικές μέθοδοι, οι αισθητικές και πολιτιστικές που καλύπτουν γνήσιες, βαθιά ριζωμένες ανάγκες του ανθρώπου, και οι οικολογικές που σχετίζονται με την επιβίωση και την ομαλή λειτουργία των περισσότερων οικοσυστημάτων τα οποία τελικά συνεισφέρουν στη διατήρηση των περιβαλλοντικών συνθηκών που απαιτούνται για τη δική μας επιβίωση.
Όμως αυτή η ποικιλομορφία, απειλείται σήμερα από τις ραγδαίες αλλαγές που επιφέρουν στον πλανήτη μας οι επικυρίαρχοι του.Ο τρόπος και η ένταση με την οποία χρησιμοποιούν τους βιολογικούς πόρους είναι ύπουλη και σκόπιμα καταστροφική για τον άνθρωπο. Οι δραστηριότητες και οι νόμοι τους, δημιουργούν πολυάριθμες απειλές στο περιβάλλον, με αποτέλεσμα την εξαφάνιση ειδών, την τροποποίηση και υποβάθμιση ενδιαιτημάτων και τη γενικότερη εξάλειψη και εξάντληση των φυσικών πόρων. Η Παγκόσμια Συνάντηση Κορυφής για την Αειφορική Ανάπτυξη του Γιοχάνεσμπουργκ (2002) χαρακτήρισε τη βιοποικιλότητα ως έναν από τους πέντε κύριους παράγοντες της αειφορικής ανάπτυξης και τόνισε την ανάγκη να αρχίσει να μειώνεται ο ρυθμός απώλειας της βιοποικιλότητας, θέτοντας ως χρονικό ορόσημο το 2010.

Η Ελλάδα διαθέτει πολύ μεγάλη ποικιλία ζώων, φυτών, μυκήτων, φυκών, μικροοργανισμών και οικοσυστημάτων, από τις μεγαλύτερες στην Ευρώπη. Ευρισκόμενη στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων, με ποικίλη γεωμορφολογία και μεγάλο κλιματολογικό εύρος, αλλά και με ιδιαίτερα μακρόχρονη ιστορία συνύπαρξης του ανθρώπου με τη φύση, έχει αποκτήσει μια ξεχωριστή βιοποικιλότητα με ιδιαίτερες φυτικές και ζωικές μορφές, αρκετές από τις οποίες δεν υπάρχουν πουθενά αλλού στον κόσμο. Υπολογίζεται ότι υπάρχουν γύρω στα 50.000 είδη ζώων από τα οποία περίπου το 25% είναι ενδημικά, δηλαδή υπάρχουν μόνο στην Ελλάδα. Αντίστοιχα, υπάρχουν 5.800 είδη φυτών από τα οποία τα ενδημικά είναι περισσότερα από 1.000. Επιπλέον στην Ελλάδα έχουν καταγραφεί περισσότερα από 2.500 είδη μυκήτων και εκτιμάται ότι ο αριθμός αυτός αντιπροσωπεύει ένα μικρό ποσοστό από όσους πραγματικά υπάρχουν.

Όμως, τόσο τα είδη όσο και τα ενδιαιτήματά τους, αντιμετωπίζουν σοβαρές απειλές εξαιτίας της διαρκώς αυξανόμενης έντασης των τουριστικών και οικιστικών δραστηριοτήτων, του παράνομου κυνηγιού και αλιείας, της υπερεκμετάλλευσης των λιγοστών υδατικών πόρων, των μεγάλης έκτασης και υψηλής συχνότητας πυρκαγιών, της έντονης βόσκησης κλπ. Ενδεικτικά, τουλάχιστον 400 είδη ζώων της Ελλάδας θεωρούνται ότι απειλούνται με εξαφάνιση ενώ τα απειλούμενα φυτά είναι τουλάχιστον 380, στην πλειονότητά τους ενδημικά. Επίσης, στην Ελλάδα υπάρχουν 14 από τα 33 είδη μυκήτων που θεωρούνται τα πλέον απειλούμενα στην Ευρώπη. Μόνο κατά το περσινό καλοκαίρι, κάηκαν 301.320 στρέμματα εκτάσεων του ευρωπαϊκού δικτύου προστατευόμενων περιοχών Natura 2000. Αν σ’ αυτά προστεθεί και η απειλή που δέχονται τα οικοσυστήματα από τις κλιματικές αλλαγές, οι οποίες στην περιοχή της Μεσογείου αναμένεται να είναι από τις μεγαλύτερες, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ζοφερή.

Οι λύσεις πρέπει να αναζητηθούν σε όλα τα επίπεδα οργάνωσης των ανθρώπινων κοινωνιών:διεθνές, εθνικό, περιφερειακό και ατομικό. Στο εθνικό επίπεδο, πρέπει να υιοθετηθεί μια σειρά δράσεων οι οποίες περιλαμβάνουν την κατάρτιση μιας εθνικής στρατηγικής για τη διατήρηση της βίο-ποικιλότητας της Ελλάδας, την ίδρυση και ουσιαστική λειτουργία προστατευόμενων περιοχών, την αποτελεσματική προστασία των απειλουμένων ειδών, τη διατήρηση του γενετικού υλικού των ιθαγενών φυτών και ζώων και την ευαισθητοποίηση και ενημέρωση των γεωργών. Η ευαισθητοποίηση όσων δραστηριοποιούνται στους σχετικούς τομείς κάθε κοινωνίας είναι αναγκαιότητα, για την επιβίωση μας, μιας και ξεχάσαμε τις καλλιέργειες των προ-παππούδων μας.
Γνώριζαν τι έκαναν οι παπούδες μας, όταν ασχολούνταν με τις καλλιέργειες, γιατί απλά ήταν κοντά στην φύση, δεν περίμεναν επιδοτήσεις για να τις φάνε στα γνωστά καταγώγια, έσπερναν λοιπόν μια σειρά ντομάτες μια σειρά πιπεριές π.χ. κι αυτό γιατί τα φυτά δρουν και αναπτύσσονται σε συνέργεια. Με την μονοκαλλιέργεια αυτό δεν υπάρχει με τα γνωστά ολέθρια αποτελέσματα. ΣΥΝΕΡΓΕΙΑ στην φύση, είναι η σημαντική λέξη, που φρόντισαν οι επικυρίαρχοι να την εξαφανίσουν και από τις καλλιέργειες, γιατί θέλουν να φέρουν τον άνθρωπο στα μέτρα τους.

Οι ενέργειες για τη διατήρηση της φυσικής ποικιλότητας δεν θα είναι αποτελεσματικές, αν η ανάληψη ευθύνης και δράσης, δεν γίνει κοινός στόχος όσο το δυνατόν περισσότερων ανθρώπων. Ο καθένας μπορεί να συνεισφέρει από τη θέση του. Οι ενεργοί και πληροφορημένοι πολίτες, οι χρήστες των φυσικών πόρων όπως οι αγρότες, οι κτηνοτρόφοι και οι αλιείς που σέβονται τη φύση, οι πληροφορημένοι καταναλωτές και οι φυσιολάτρες, όλοι μπορούν να συμβάλουν, για τη διατήρηση της ποικιλίας της ζωής στον τόπο μας. Για την καταστροφή της φυσικής ποικιλότητας ευθυνόμαστε όλοι, πολύ απλά επειδή καταναλώνουμε τα προϊόντα των μονοκαλλιεργειών τους. Η διατήρησή της φυσικής ποικιλότητας εναπόκειται στην ευσυνειδησία μας, αν υπάρξει ευσυνειδησία και ανάλογη δράση, θα επιβιώσει το ανθρώπινο είδος. Διαφορετικά …!!!
Από Aliki Alisa http://www.terrapapers.com/?p=5699

Πηγές-αναφορές
Deutsche Welle
http://www.in.gr/



Τρίτη, 3 Απριλίου 2012

Ο πρόεδρος του Δικτύου Ελαιοπαραγωγών Πόλεων Ενρίκο Λούπι στην "Ε": Η Ισπανία ρίχνει την τιμή του ελαιόλαδου

Ο πρόεδρος του Δικτύου Ελαιοπαραγωγών Πόλεων Ενρίκο Λούπι στην "Ε": Η Ισπανία ρίχνει την τιμή του ελαιόλαδου

Οι απάτες στον χώρο του ελαιόλαδου θα περιοριστούν μέσα από την εντατική και μεθοδική ενημέρωση των πολιτών, ώστε αυτοί να είναι σε θέση να αναγνωρίζουν το ποιοτικό προϊόν.


Αυτό δήλωσε μεταξύ άλλων στην «Ε» ο Ενρίκο Λούπι, πρόεδρος στο Δίκτυο Ελαιοπαραγωγών Πόλεων Μεσογείου (Re.C.O.Med.) αλλά και στην Εθνική Ιταλική Ενωση Ελαιόλαδου.

Ο Ιταλός παράγοντας -αντιπρόεδρος επίσης στο Εμποροβιομηχανικό και Γεωργικό Επιμελητήριο της Ιμπέριας- μιλώντας στην «Ε», άφησε ξεκάθαρα να εννοηθεί ότι για την υποβάθμιση των τιμών παραγωγού δεν ευθύνονται αποκλειστικά οι εισαγωγές ποιοτικά υποβαθμισμένου ελαιολάδου από τις χώρες της Βόρειας Αφρικής, αλλά και ευρωπαϊκές χώρες που επιδιώκουν μαζική παραγωγή ποσοτήτων, κατονομάζοντας την Ισπανία.

Παράλληλα, εξήγγειλε ότι το Δίκτυο θα ξεκινήσει σύντομα την υλοποίηση προγράμματος στις 14 χώρες – μέλη του, γύρω από τη Μεσόγειο, το οποίο θα απευθύνεται σε μαθητές σχολείων, σε μια προσπάθεια να αναζωογονηθεί η εν πολλοίς βασισμένη στο ελαιόλαδο, μεσογειακή δίαιτα που έχει αναγνωριστεί από την UNESCO ως άυλο πολιτιστικό αγαθό της ανθρωπότητας.

- Ποια είναι η δραστηριότητα του Δικτύου Ελαιοπαραγωγικών Πόλεων (Re.C.O.Med) και τι σκοπεύετε να κάνετε στο μέλλον;

“Σκοπός του Δικτύου, στο οποίο μετέχουν 14 χώρες της μεσογειακής λεκάνης, είναι η ανταλλαγή εμπειριών, προγραμμάτων και η καλύτερη γνώση της μιας χώρας με την άλλη. Αυτό, ως δραστηριότητα στο πλαίσιο της Μεσογείου.

Οσον αφορά στον υπόλοιπο κόσμο, σκοπός του Δικτύου είναι να προβάλει τον πολιτισμό του έξτρα παρθένου ελαιολάδου, του τοπίου της ελιάς και όλες τις κοινές αξίες που μοιράζονται οι μεσογειακές χώρες. Κι αυτό, προκειμένου να πετύχουμε σε χώρες που υπάρχουν εν δυνάμει καταναλωτές να μεταφέρουμε την κουλτούρα του ελαιολάδου ώστε να ανοίξουν νέες αγορές για τις μεσογειακές ελαιουργικές επιχειρήσεις.

Το πιο αποτελεσματικό μέσον για να επιτευχθεί ο πιο πάνω σκοπός, είναι να διαδοθεί η μεσογειακή δίαιτα, η οποία έχει αναγνωριστεί από την UNESCO -στο Ναϊρόμπι, στις 16 Νοεμβρίου 2010 ως άυλο πολιτιστικό αγαθό της ανθρωπότητας”.
- Με πρωτοβουλία της Ανδαλουσίας, δημιουργείται φόρουμ Ευρωπαϊκών Ελαιοπαραγωγικών Περιφερειών. Υπάρχει κάποια επαφή για συνεργασία;

“Στην Ισπανία ήδη υφίσταται η εθνική οργάνωση ελαιοπαραγωγικών δήμων, η οποία έχει 190 μέλη, η AEMO (Asociación Española de Municipios del Olivo) και η οποία είναι μέλος της Re.C.O.Med. Τώρα, η κάθε χώρα στο εσωτερικό της μπορεί να οργανώσει διάφορα δίκτυα και ενώσεις.

Ομως το Re.C.O.Med είναι ένα δίκτυο στο οποίο μετέχουν οι εθνικοί οργανισμοί της κάθε χώρας και δεν έχει ως μέλη μεμονωμένες οργανώσεις”.

- Ο ελαιοκομικός τομέας αντιμετωπίζει πολύ μεγάλα προβλήματα με πρώτο την κατάρρευση των τιμών παραγωγού. Το Δίκτυο έχει κάποιες προτάσεις για την αντιμετώπιση τέτοιων προβλημάτων;

“Πρέπει να ξεκινάμε από ένα βασικό στοιχείο. Το ποσοστό του ελαιολάδου στην παγκόσμια κατανάλωση φυτικών ελαίων είναι μόλις 3,5%. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει πολύ μεγάλο περιθώριο για την αγορά του ελαιολάδου.

Ωστόσο, για να ανέβει η τιμή, υπάρχουν δύο δρόμοι. Ο πρώτος είναι να επιλέξεις την παραγωγή όλο και καλύτερης ποιότητας ελαιολάδου και να στραφείς σε καταναλωτικό κοινό υψηλού εισοδήματος. Ο δεύτερος δρόμος είναι να δημιουργήσεις, να κερδίσεις, να επεκταθείς σε νέες αγορές, σε μη ελαιοπαραγωγικές χώρες.

Ο πρώτος δρόμος προσφέρεται για εφαρμογή στις χώρες που παράγουν ελαιόλαδο, όπως επίσης και σε αυτές της Βόρειας Ευρώπης όπου είναι υψηλά το βιοτικό επίπεδο, αλλά και τα εισοδήματα. Ο δεύτερος δρόμος μπορεί να εφαρμοστεί σε όλες τις υπόλοιπες χώρες του κόσμου”.

- Ολο και πιο συχνά εμφανίζονται φαινόμενα απάτης στον τομέα του ελαιολάδου. Εχετε σκοπό να αναλάβετε ως Δίκτυο κάποιες πρωτοβουλίες στην κατεύθυνση πάταξης της απάτης;

“Τα φαινόμενα αυτά είναι διαχρονικά, συμβαίνουν από πάντα. Το Δίκτυο δεν είναι αστυνομία. Φυσικά είναι δουλειά μας να καταπολεμούμε αυτά τα φαινόμενα κι αυτό μπορούμε να το κάνουμε δίνοντας στον καταναλωτή όλο και περισσότερες πληροφορίες, προκειμένου να είναι σε θέση να αναγνωρίζει το ποιοτικό ελαιόλαδο σε σχέση με τα άλλα.

Ο ρόλος μας, επομένως, είναι η ενημέρωση και η ''εκπαίδευση'' του καταναλωτή, ώστε αυτός να είναι σε θέση να αναγνωρίζει το ποιοτικό προϊόν”.
- Τι νομίζετε ότι μπορεί να γίνει προς την κατεύθυνση της αύξησης στην κατανάλωση ελαιολάδου και ποιος είναι ο ρόλος του Δικτύου στην επίτευξη αυτού του στόχου;

“Συνεργαζόμαστε με το Διεθνές Συμβούλιο Ελαιολάδου, που έχει έδρα στη Μαδρίτη και ήδη στην επόμενη συνεδρίαση της διοίκησης του Δικτύου -που θα γίνει στη Μεκνές του Μαρόκου το τριήμερο 13 με 15 Απριλίου- προγραμματίζεται μια συμφωνία υλοποίησης του πρώτου προγράμματος, του προγράμματος Bimboil (από την ιταλική λέξη Bimbo που σημαίνει παιδί και την αγγλική λέξη oil για το λάδι). Το πρόγραμμα αυτό απευθύνεται σε μαθητές σχολείων -στις ηλικίες από 6 έως 10 χρόνων- σε όλες τις χώρες του Δικτύου και αφορά στην εκπαίδευση των μαθητών στην κουλτούρα του ελαιόλαδου και της μεσογειακής δίαιτας”.
- Η ποιότητα του έξτρα παρθένου ελαιολάδου καθορίζεται από συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, στάνταρντ που ισχύουν διεθνώς. Σχετικά πρόσφατα, ωστόσο, είδαμε ότι τόσο η Αυστραλία, όσο και οι ΗΠΑ, επιδιώκουν να καθιερώσουν δικά τους ποιοτικά πρότυπα. Πόσο μπορεί αυτό να επηρεάσει τις προσπάθειες των ελαιοπαραγωγικών χωρών της Μεσογείου να στοχεύσουν νέες αγορές;

“Τα στάνταρντ έχουν καθοριστεί από το Διεθνές Συμβούλιο Ελαιολάδου και ισχύουν σε όλο τον κόσμο. Οποιος θέλει να να δηλώνει ότι διαθέτει στις διεθνείς αγορές έξτρα παρθένο ελαιόλαδο πρέπει το προϊόν του να συμφωνεί με αυτά τα στάνταρντ Για την εσωτερική αγορά της η κάθε χώρα μπορεί να καθορίζει ό,τι αυτή νομίζει ως ποιοτικό. Αλλά δεν μπορεί να διαθέτει προϊόν στις διεθνείς αγορές με βάση τα εθνικά της στάνταρντ.

Η Αυστραλία, λόγου χάριν, που δεν είναι μέλος του ΔΣΕ, αν θέλει να ανοίξει τις αγορές των χωρών – μελών του Συμβουλίου, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του ελαιολάδου της θα πρέπει να είναι σύμφωνα με αυτά που έχει καθορίσει το Διεθνές Συμβούλιο Ελαιολάδου”.

- Το Δίκτυο περιλαμβάνει και χώρες της Μεσογείου στην Αφρική και τη Μέση Ανατολή, το παραγόμενο ελαιόλαδο στις οποίες ενδεχομένως δεν τηρεί τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του παραγόμενου στις ευρωπαϊκές χώρες. Η εισαγωγή στην Ευρωπαϊκή Ενωση αυτού του υποβαθμισμένου ποιοτικά ελαιολάδου, δεν δημιουργεί ζητήματα στις ταλαιπωρημένες από την κρίση οικονομίες και στους παραγωγούς σε Ελλάδα, Ιταλία και Ισπανία;

“Την Ισπανία; Μα η Ισπανία είναι η χώρα που πωλεί λάδι στη χαμηλότερη τιμή στην Ευρωπαϊκή Ενωση και στη Μεσόγειο. Νομίζω ότι αυτή είναι μια καλή απάντηση στο ερώτημά σας”.

Πηγή:http://www.eleftheriaonline.gr