Τετάρτη, 15 Αυγούστου 2012

Φέτα, ελαιόλαδο και ούζο θύματα… των απομιμήσεων

Κινδυνεύουν με κατάρρευση τα τρία κάστρα της ελληνικής κουζίνας. Η γνήσια ελληνική φέτα από αιγοπρόβειο γάλα, το φημισμένο παρθένο ελαιόλαδο και το μοναδικό ούζο, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν το αντίδοτο της κρίσης για ένα μεγάλο μέρος του ενεργού πληθυσμού, πέφτουν θύματα των απομιμήσεων και της αδιαφορίας. Οι Έλληνες παραγωγοί χάνουν εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ μέσα από τα χέρια τους. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνωρίζει αποκλειστικά δικαιώματα στην Ελλάδα για τα συγκεκριμένα προϊόντα, όμως στην αγορά επικρατεί ο νόμος της ζούγκλας.

Ανεξέλεγκτα κυκλώματα βαφτίζουν στο όνομα του κέρδους το λευκό τυρί από την Τουρκία ως ελληνική φέτα, το ούζο από τη Σουηδία ως ελληνικό και το λάδι από την Ιταλία ως έξτρα παρθένο ελαιόλαδο από την Κρήτη. Στον τομέα της φέτας, παρά το γεγονός ότι η παγκόσμια αγορά λευκού τυριού αποτιμάται σε 1 δισ. ευρώ το χρόνο, το διάσημο ελληνικό τυρί έχει μερίδιο που αντιστοιχεί σε μόλις τα 130 εκατ. ευρώ (28%). Σύμφωνα με τους ειδικούς, οι εταιρείες δεν έχουν εκμεταλλευτεί επαρκώς το αποκλειστικό branding της φέτας, ενώ πολλές εταιρείες παράγουν φέτα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και στη συνέχεια τη διοχετεύουν στην αμερικανική αγορά με σκοπό να αποφύγουν τα κοινοτικά πρόστιμα.
Τα λευκά τυριά «τρώνε» τη φέτα
«Παράγουμε περίπου 125.000 τόνους τυριά το χρόνο. Από αυτά τα 20 είναι ΠΟΠ (προϊόντα με ονομασία προέλευσης) και ορισμένα από αυτά έχουν αρχίσει να χάνονται, γιατί πλέον δεν παράγεται το γάλα, από το οποίο αποκλειστικά φτιάχνονται», τονίζει στο «Κ» ο κ. Παναγιώτης Πεβερετός, πρόεδρος του συνδέσμου ελληνικής κτηνοτροφίας Ελλάδας, και συνεχίζει: «Δεν συμφέρει πλέον τους κτηνοτρόφους να παράγουν το γάλα για να φτιάξουν ένα ΠΟΠ προϊόν. Για παράδειγμα, όσον αφορά τη φέτα, που είναι βαρύ πυροβολικό μας, μέχρι πριν τρία χρόνια κάναμε 12.000 τόνους εξαγωγές. Το 2011 καταγράψαμε ρεκόρ εξαγωγών με 35.000 τόνους. Άρχισε να ενδιαφέρεται η αγορά και έπαιξε ρόλο και ο αντίκτυπος από τις δίκες με τους Γάλλους και τους Δανούς, όπου αποφασίστηκε φέτα να ονομάζεται μόνο η ελληνική. Έτσι ανοιχτήκαμε σε 25 νέες χώρες και τώρα προσπαθούμε να κατοχυρώσουμε τη φέτα και σε τρίτες χώρες. Τώρα είμαστε στα δικαστήρια με τους πιστοποιητικούς οργανισμούς της Τουρκίας, των Ινδιών, της Κίνας και του Καναδά, που πωλούν το λευκό τυρί ως φέτα. Για να γίνει όμως κάτι τέτοιο, απαιτούνται χρήματα. Ο σύνδεσμος έχει στεγνώσει από ρευστό. Αν δεν βοηθήσει το κράτος, η φέτα θα εξαφανιστεί από τα λευκά τυριά».
Αυξανόμενη ζήτηση, μειωμένη παραγωγή
Η ελληνική φέτα έχει και άλλα προβλήματα, εκτός του λευκού τυριού. Μεγάλες εταιρείες έχουν μετακομίσει σε βαλκανικές χώρες και ελληνοποιούν τη φέτα που φτιάχνουν εκεί, καθώς το γάλα και τα εργατικά είναι πολύ πιο φθηνά.
«Πολλά εστιατόρια, που καταναλώνουν 30.000 τόνους φέτα, δεν διαθέτουν ούτε κατά το ήμισυ ελληνική φέτα», συνεχίζει ο κ. Παναγιώτης Πεβερετός. «Η χωριάτικη πρέπει να έχει αποκλειστικά ελληνική φέτα και όχι λευκό τυρί Βουλγαρίας ή φέτα από αγελαδινό. Η ελληνική φέτα φτιάχνεται αποκλειστικά από αιγοπρόβειο γάλα, με το αίγειο γάλα να μην ξεπερνά το 30% της αναλογίας. Για πρώτη φορά όμως τα τελευταία 15 χρόνια το αιγοπρόβειο γάλα μειώθηκε κατά 50.000 τόνους. Οι συνάδελφοι κτηνοτρόφοι αδυνατούν να αγοράσουν τροφές και, έτσι, τα ζώα υποσιτίζονται. Έχουμε 10.000 αποχωρήσεις από την κτηνοτροφία και η τάση είναι συνεχώς πτωτική. Σε λίγο δεν θα έχουμε καθόλου αιγοπρόβειο για φέτα, ενώ η ζήτηση για ελληνική φέτα θα αυξάνεται. Με νύχια και με δόντια κρατιόμαστε. Να σκεφτείτε ότι τα τελευταία τέσσερα χρόνια έχει τριπλασιαστεί η εξαγωγή της φέτας, με τζίρο 200 εκατ. ευρώ».
Ούζο, το αγαπημένο των Γερμανών!
Σε ό,τι αφορά το τσίπουρο και το ούζο, εκτιμάται ότι μόλις το 2% της παραγωγής τσίπουρου εξάγεται. Το ούζο είναι σαφώς πιο εξωστρεφές, με πωλήσεις που αγγίζουν τα 24 εκατ. ευρώ, ωστόσο το 90% πηγαίνει στη γερμανική αγορά.
«Το ούζο είναι δυο κατηγοριών: το απλό με 20% απόσταγμα και αυτό με 100% απόσταξη», μας λέει ο κ. Στάθης Βαρβαγιάννης, ιδιοκτήτης ποτοποιίας Βαρβαγιάννη. «Το ούζο που είναι όλο με απόσταξη έχει ανοδική πορεία στις εξαγωγές και σε αυτή την κατηγορία ανήκει και η δική μας ποτοποιία. Ευτυχώς οι εξαγωγές πάνε όλο και καλύτερα και μπαίνουμε συνεχώς σε νέες αγορές, όπως η νότια Αφρική, η Σλοβενία, η Ουγγαρία, η Κύπρος, η Αμερική, η Γερμανία, η Αυστραλία. Το ούζο ως προϊόν είναι εξαιρετικό και αυτό που θα πρέπει να προσέξει το κράτος είναι να μας επιστρέφει το ΦΠΑ από τις εξαγωγές, γιατί εμείς είμαστε αναγκασμένοι να πληρώνουμε το ΦΠΑ των πρώτων υλών που χρησιμοποιούμε. Σίγουρα κυκλοφορούν στην αγορά διάφορα ποτά με ονομασία ούζου, που δεν έχουν καν σχέση με την απόσταξη του ούζου. Το χημείο του κράτους οφείλει να ελέγχει και να μην περιορίζεται μόνο σε ελέγχους του κονιάκ και του ουίσκι. Το ούζο έχει πολύ καλή πορεία στην αγορά και θα πρέπει να στηριχτεί».
Χασούρα 80 εκατ. ευρώ για το ελαιόλαδο!Το ελαιόλαδο ευτυχώς παραμένει «βασιλιάς των εξαγωγών» με πωλήσεις που αγγίζουν τα 56,5 εκατ. ευρώ μόνο για το α’ τρίμηνο του 2012. Ωστόσο βρέθηκε στη 16η θέση από την 8η που κατείχε πέρυσι, χάνοντας πωλήσεις που αγγίζουν τα 80 εκατ. ευρώ ετησίως, γεγονός που, σύμφωνα με τους παραγωγούς, αποδίδεται στο μηχανισμό εξαγωγής του λαδιού μας στην Ιταλία. «Το θέμα είναι όχι πόσο αλλά τι λάδι εξάγουμε, χύμα ή τυποποιημένο», λέει στο «Κ» ο κ. Νίκος Μιχελάκης, επιστημονικός σύμβουλος συνδέσμου ελαιοκομικών δήμων Κρήτης. «Το τυποποιημένο που εξάγουμε δεν υπερβαίνει το 10% των συνολικών εξαγωγών και αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα. Το πρόβλημα δεν είναι τωρινό και γίνονται προσπάθειες από όλες τις πλευρές για να εξαχθεί ως τυποποιημένο. Δεν έχουμε όμως οργανωμένες μεγάλες μονάδες ώστε να βγούμε έξω στα μεγάλα σούπερ μάρκετ. Οι δικές μας βιομηχανίες είναι πολλές αλλά μικρές. Μόνο στην Κρήτη έχουμε 82 μικρές επιχειρήσεις, που τυποποιούν από 50 μέχρι 150 τόνους. Δεν μπορούν να μπουν σε μεγάλα σούπερ μάρκετ, γιατί δεν δίνουν σταθερές ποσότητες κάθε χρόνο, αλλά ούτε και διαφημίζονται».
Η Τουρκία εξάγει περισσότερο!
«Μας ενδιαφέρουν οι μεγάλες αγορές, όπως των ΗΠΑ, η οποία εισάγει 250.000 τόνους ελαιόλαδο το χρόνο από ευρωπαϊκές χώρες», συνεχίζει ο κ. Νίκος Μιχελάκης. «Είμαστε οι τελευταίοι στην προτίμησή τους, με ποσοστό 5%. Ακόμη και η Τουρκία εξάγει μεγαλύτερη ποσότητα τυποποιημένου από μας. Προτιμάμε να το δίνουμε χύμα στην Ιταλία και αυτοί να το προωθούν στο εξωτερικό ως ιταλικό. Δυστυχώς δεν έχουμε καταφέρει να εδραιωθούμε ως τυποποιημένο προϊόν. Η λέξη τυποποίηση σημαίνει ότι έχεις υπεραξία και εμείς έχουμε την τάση του κατακερματισμού. Στην Κρήτη αντί να πωλούν 4 ή 5 μονάδες το ελαιόλαδο, υπάρχουν 650 σημεία που το πωλούν χύμα. Όλα τα ελαιοτριβεία μάλιστα πωλούν χύμα σε μεσίτες του εσωτερικού ή του εξωτερικού. Οι βιομηχανίες προτιμούν τα υποδεέστερης ποιότητας λάδια, γιατί αυτά αποφέρουν κέρδος. Τρεις είναι οι κατηγορίες του λαδιού: το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο, που η οξύτητα είναι κάτω από 0,8, το κοινό παρθένο, με οξύτητα μέχρι 2 βαθμούς, και το βιομηχανικό, που δεν είναι βρώσιμο αλλά ραφινάρεται και πωλείται ως ελαιόλαδο. Ο καταναλωτής δεν είναι εύκολο να διακρίνει ποιο λάδι είναι το παρθένο και έτσι δημιουργείται διαταραχή στην αγορά. Άλλωστε το κοινό παρθένο δεν υπάρχει στην αγορά. Όλα είναι εξαιρετικά παρθένα».
Προβλήματα στους συνεταιρισμούς
«Ενώ παλιότερα το 80% του χύμα ελαιολάδου πωλούνταν μέσω των ενώσεων και των συνεταιρισμών, με καλό διαπραγματευτικό ατού, σήμερα αντιστράφηκε η κατάσταση και το 80% πωλείται μέσα από τα ελαιοτριβεία και το 20% μέσα από τις συνεταιρικές οργανώσεις», λέει ο κ. Νίκος Μιχελάκης. «Το συνεταιριστικό κίνημα έχει μεγάλα προβλήματα και αυτό έχει μεταφερθεί στην αγορά και στο εξωτερικό. Φέτος η Ισπανία, που παράγει πάνω από το μισό της παγκόσμιας παραγωγής και παίζει σημαντικό ρόλο στον καθορισμό της τιμής του ελαιολάδου, θα έχει μειωμένη παραγωγή κατά 50% με 70%. Η προσφορά και η ζήτηση θα είναι πολύ διαφορετική φέτος και αυτό είναι ένα πλεονέκτημα για την Ελλάδα, που έχει μια καλή παραγωγή γενικά. Οι μεγάλες βιομηχανίες του εξωτερικού θα αφήσουν να λειτουργήσει ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης ή θα επιβάλουν τις δικές τους τιμές;».
Πηγή



.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου